Το σπίτι της κρεμασμενης

  Πριν από ένα χρόνο περίπου το καλοκαίρι  ένας καλός φίλος που είχαμε υπηρετήσει μαζί στο στρατό με κάλεσε στο χωριό του στη ορεινη Τρίπολη στους πρόποδες του βουνού Μαίναλο .Στο χωριό πήγαινε μόνο τα καλοκαίρια και κάποτε  ζούσαν οι παππούδες του εκεί.

  Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη μετά από πόσο καιρό θα ξαναβλέπα τον καλό μου φίλο το  Κώστα .

  Μετά από τρεις ώρες κουραστικου δρόμου βρεθηκα στο μικρό πετροχτιστο γραφικό χωριουδάκι ο φίλος μου με υποδέχτηκε πολύ ζεστά μου προσφαιρε ένα υπέροχο γεύμα και ένα καλό μυρωδάτο καφέ .

  Το απόγεύμα αφού ξεκούραστηκαμε με ρώτησε αν θα ήθελα να πάμε στο  διπλανό χωριό γιατί είχε ένα γάμο και θα ήταν ωραία εμπειρία να δω τα ήθη και τα έθιμα του τόπου εγώ δέχτηκα με μεγάλη χαρά.

   Το βραδάκι κάναμε το μπάνιο μας ντυθηκαμε  και ξεκινήσαμε να πάμε με τα πόδια μιας και ήταν κοντά  στην έξοδο του χωριού είδαμε ένα παλιό σπίτι πετροχτιστο  με ξέραμενο κήπο  και διελυμενα κεραμιδία και ο αέρας σφύριζε μέσα από τα σάπια παράθυρα  και προκαλούσε ανατριχίλα  έμοιαζε  ηλικίας 200 χρονών και ήταν εγκαταλελημενο,  ρώτησα τον φίλο μου
-Ρε εσύ Κώστα ποιος έμενε εδώ ;

Ο φίλος μου με κοίταξε  και μου είπε
-δεν ξέρω για αυτό το σπίτι λένε ιστορίες διάφορες το θυμάμαι από τη συγχωρεμενη τη γιαγιά μου αλλά εγώ ποτέ δεν είδα τίποτα , το λένε οι συγχωριανοι "το σπίτι της κρεμασμενης " ξέρεις μωρέ ιστορίες του χωριού για πνεύματα νεράιδες ξωτικά και λάμιες .

Και συνεχίσαμε το δρόμο μας
Στον γάμο η βραδιά πέρασε πολύ ευχάριστα με χώρους τραγούδια μπόλικο φαγητό μας πήρε η ώρα αργά χωρίς να το καταλάβουμε και έπρεπε να γυρίσουμε πίσω μιας και ειμασταν με τα πόδια .

  Έξω είχε απόλυτο σκοτάδι μόνο μερικές λάμπες του δρόμου και ακούγονταν στο βάθος μια κουκουβάγια και τριζόνια  και για να περάσει η ώρα λέγαμε ιστορίες από τον στρατό.

  Κάποια στυγμη στο βάθος φάνηκε μια σπίθα μέσα στο σκοτάδι ήταν πολύ  μακρυά και δεν δώσαμε σημασία  όταν πλησιαζαμε φαίνονται μια φωτιτσα σαν καντήλακι που όλο μεγάλωνε σιγά σιγά μέσα στο σκοτάδι όταν πλησίασαμε είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα με μαύρο μαντίλι στο κεφάλι και  να κρατάει ένα κεράκι ,περπαταγε έξω από το σπίτι της κρεμασμενης  .

Πέρασε από δίπλα μας χωρίς να μας δώσει σημασία αλλά ένιωσα ένα ψυχος και μπήκε στο σπίτι χωρίς να άνοιξει  τη πόρτα  και χάθηκε.
Εγώ και ο φίλος μου κοίταγαμε εμβροντητοι

  Όλο το βράδυ συζητάγαμε αυτό που είδαμε ποια ήταν αυτή η γυναίκα; πώς εξαφανίστηκε χωρίς να ανοίξει τη πόρτα ;και αποφασίσαμε να πάμε στο καφενείο του χωριού όλο και κάποιος θα ξέρει κάτι .

Την άλλη μέρα  πήγαμε στο καφενείο και παραγγειλαμε καφέ και ανοίξαμε κουβέντα για το σπίτι της κρεμασμενης.

Οι θαμώνες μας είπαν και μάλιστα ένας ηλικιωμένος.
- οτι ξερουμε για αυτο σπιτι το ξερουμε απο τους γονείς  μας και λέγονται πολλά . Αυτό το σπίτι χτίστηκε το  γύρω στο 1930 περίπου  εκεί έμενε ένα νέο ζευγάρι και είχαν μια όμορφη μικρή κόρη.

Τα χρόνια πέρασαν και ξέσπασε ο πόλεμος ο πατέρας πήγε στο πόλεμο με επιστράτευση και δεν ξαναγύρισε πότε ,λενές πώς σκωτοθηκε .η μάνα έμεινε μόνη με τη κόρη της που τα έβγαζαν δύσκολα πέρα .

Μετά το πόλεμο ένα βράδυ η κόρη βγήκε έξω να πάει στο δίπλανο χωριό να πάρει κάποια πράγματα και δεν ξαναγύρισε σπίτι. Την άλλη μέρα την βρήκαν τη κοπέλα σκοτωμενη και με πολλά τραύματα .

Η μητέρα της μόλις το έμαθε τρελάθηκε γέρασε απότομα και στράφηκε στη μαγεία τη κακία μαγεία,για να μιλήσει στη τη κόρη της στο σπίτι τι της έμπαιναν άγνωστοι άνθρωποι και έκαναν επίκληση πνευμάτων ένα βράδυ βρέθηκε κρεμασμενη  και απο τοτε το σπιτι ονομαστικε το σπιτι της κρεμασμενης άλλοι λένε τρελάθηκε άλλοι λένε έγινε λάθος επίκληση και κάλεσαν ένα σκοτεινο πνεύμα που την ανάγκασε να αυτοκτονήσει και όσοι έκαναν το λάθος να μπούνε μέσα στο σπίτι της βρέθηκαν  νεκροί χωρίς ματιά και κομμένη  γλώσσα.  και  λένε πως κάθε βράδυ η ψυχή της  βγαίνει να ψάξει την νεκρή κόρη της .
 Αλλά ποτέ μην κάνεις το λάθος να την ακολουθήσεις .


Η κυρία mcWaderson.

Κάποτε βρέθηκα για επαγγελματικούς λόγους στο Λονδίνο και ένα φιλικό ζευγάρι αποφάσισε να μου παραχωρήσει ένα μικρό σπίτι έξω από το Λονδίνο προς την εξοχή για να έχω το χώρο μου και να κάνω την εργασία μου με την ησυχία μου, και με πήγαν τα παιδιά στο σπίτι με το αυτοκίνητο. Το σπιτάκι ήταν μικρό και γραφικό και όλη η γειτονιά έμοιαζε πολύ ήσυχη και αρμονική.

Ένα πρωί γύρναγα από τη βιβλιοθήκη και στο διπλανό σπίτι βλέπω μια ηλικιωμένη γυναίκα  να κάθεται σε μια κουνιστή πολυθρόνα να και χαϊδεύει μια μαύρη γάτα. Χαιρετάω τη γυναίκα αλλά εκείνη δεν μου έδωσε καμιά σημασία και για να έχω καλές σχέσεις με τους γείτονές (Έλληνας βλέπετε) ήθελα να τη βοηθήσω αν θέλει να της αγοράσω τίποτα μια και θα πήγαινα να ψωνίσω κάποια πράγματα από ένα mini market που δουλεύει ένας καλόκαρδος Ινδός με τη γυναίκα του.

Πλησιάζω το σπίτι και ρωτάω την ηλικιωμένη γυναίκα:

- Καλημέρα σας θα πάω για ψώνια μήπως θα θέλατε να σας ψωνίσω τίποτα;

Η γυναίκα με πλησίασε και είδα καθαρά το πρόσωπό της, ήταν μία άσχημη γυναίκα και είχε ένα μάτι. Το άλλο μάτι ήταν κενό άσπρο σαν αυτά που έχουν οι πεθαμένοι και μου είπε:

- ΌΧΙ και μην ξανάρθεις εδώ, φύγε τώρα.

Εγώ τρόμαξα από τη αναίδεια της και έφυγα θυμωμένος.

Όταν πήγα στο mini market μίλησα στον Ινδό που εργάζεται εκεί για το πόσο αγενής ήταν ηλικιωμένη γυναίκα μαζί μου, και με ρώτησε που ακριβώς μένω. Όταν του εξήγησα με κοίταγε με απορία και με δυσπιστία και μου λέει:

- Συγνώμη καλέ μου φίλε αλλά σε αυτό το σπίτι δεν μένει κανένας, κάποτε έμενε μια  μόνη και ηλικιωμένη γυναίκα που ζούσε με τη γάτα της και κάηκε  ζωντανή εδώ και 25 χρόνια. Το όνομα της ήταν κυρία mcWaderson.

Εκεί έμεινα σαν άγαλμα λοιπόν, ή μίλησα με το φάντασμα της, ή θέλει να με τρομάξει ο Ινδός, ή είδα κάποια άλλη γυναίκα, ή μπορεί να ήταν η αδερφή της συγχωρεμένης, η κάποια άλλη και να μην το ήξερε ότι κάποιος μένει στο σπίτι.

Στο γυρισμό το διπλανό σπίτι έδειχνε άδειο και εγκαταλελειμμένο, δεν ήθελα πλέον να σκεφτώ αυτό που άκουσα αλλά η περιέργεια μου μεγάλωνε. Αποφάσισα να πάω στο τοπικό νεκροταφείο να μάθω τι ακριβώς έγινε.

Όταν έφτασα ρώτησα τον φύλακα για να με πάει στο τάφο της κυρίας mcWaderson, και ο φύλακας με πάει σε ένα παλιό τάφο με ξερόχορτα που έγραφε το όνομα  κυρία mcWaderson. Ο φύλακας μου λέει:

- Είσαι ο μόνος που ήρθε για αυτή τη γυναίκα, κάηκε ζωντανή με τη γάτα της αλλά ήταν μια πολύ αγενής γυναίκα και δεν είχε ούτε φίλους ούτε συγγενείς.

Και του λέω:

- Συγνώμη σήμερα το πρωί είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα στο σπίτι της να χαϊδεύει μια μαύρη γάτα και είχε ένα μάτι και το άλλο μάτι ήταν λευκό χωρίς κόρη σαν αυτά που έχουν οι πεθαμένοι. Και μου λέει:
- Έτσι ήταν η κυρία mcWaderson και είχε χάσει το ένα μάτι από μόλυνση στο πόλεμο, άμα θέλεις έλα να σου δείξω φωτογραφίες από το αρχείο της κωμόπολης.

Και είδα μερικές φωτογραφίες ασπρόμαυρες μιας γυναίκας άσχημης και ψυχρής, και να έχει ένα μάτι και να κρατάει μια μαύρη γάτα σε μια κουνιστή πολυθρόνα. Ήταν η γυναίκα που είχα δει σήμερα το πρωί.

Μόλις έφυγα από το νεκροταφείο, περνώντας μέσα από τους παλιούς και χορταριασμένους τάφους σκεφτόμουν το γιατί. Γιατί εμφανίστηκε σε εμένα; γιατί δεν μου είπε κανείς τίποτα; γιατί δεν μου είπαν ούτε οι φίλοι μου την ύπαρξη της νεκρής  mcWaderson; δεν μπορεί κανένας να μην είδε τίποτα εδώ και 25 χρόνια.

Γυρνώντας στο σπίτι πέρασα έξω από ένα μαγαζάκι που πουλούσε χειροποίητες μηλόπιτες που λεγόταν «η ζέστη μηλόπιτα». Το στομάχι μου διαμαρτυρήθηκε και θυμήθηκα ότι είχα να φάω από το πρωί ενώ τώρα ήταν αργά το απόγευμα και άρχιζε να βρέχει  (Αγγλία βλέπετε). Μπήκα και μέσα το πρώτο πράγμα που μου ήρθε ήταν η δυνατή μυρωδιά του αχνιστού καφέ και η φρέσκια μηλόπιτα. Χωρίς σκέψη παρήγγειλα και έκατσα σε ένα γωνιακό τραπεζάκι κοιτώντας προς τα έξω, χαζεύοντας τη βροχή να δυναμώνει σε καταιγίδα. Ταξιδεύοντας με τις σκέψεις μου ξαφνικά έπεσε μια αστραπή και με ξύπνησε από το λήθαργο και αμέσως μετά κάτι μου φάνηκε σαν άνθρωπος στον απέναντι δρόμο. Αμέσως μετά άλλη μία αστραπή και είδα καθαρά ήταν η κυρία mcWaderson.

Με έπιασε ταραχή, η ψυχή της με ακολουθούσε !

Χωρίς σκέψη σηκώθηκα. Tότε ήρθε κοντά μου η ιδιοκτήτρια του μικρού μαγαζιού, μια κοντούλα και γεματούλα ηλικιωμένη κυρία με γυαλάκια και κόκκινα μαγουλάκια και με ρώτησε με ντροπαλό χαμόγελο.

- Συγνώμη κύριε, μήπως δεν σας άρεσε το γεύμα σας;

Εγώ ταραγμένος της λέω:

- Όχι μου αρέσει πάρα πολύ.

Και μου λέει:

- Βλέπω δεν φάγατε καθόλου.

Και της απαντάω.

- Είμαι ταραγμένος, νόμιζα πως είδα την κυρία mcWaderson.

Τότε η στρουμπουλή κυρία χαμογέλασε.

- Που τη θυμηθήκατε, έχει πεθάνει εδώ και 25 χρόνια.

Τότε το πήρα απόφαση να ζητήσω πληροφορίες για αυτή τη γυναίκα και η κυρία άρχισε  να μου λέει:

- Η κυρία mcWaderson ζούσε μοναχικά, ο κόσμος και τα παιδιά τη φοβόντουσαν γιατί είχε ένα μάτι, ήταν ψυχρή και αγενής αλλά ακίνδυνη, δεν πείραξε πότε κανένα. Για τη προσωπική της ζωή δεν ξέρει κανένας.
Αφού την  ευχαρίστησα τη κυρία έφυγα μέσα στη βροχή. Το μυαλό μου γύρναγε συνέχεια στο λογικό και στο παράλογο. Καθώς έφτασα έξω από το σπίτι είδα μέσα στα σκοτάδια μια φιγούρα με μαύρα να με κοιτάει φαινόταν σαν καμπουριασμένη ηλικιωμένη γυναίκα, απλά μόνο με κοίταγε, και φωνάζω:

- Ποιος είναι εκεί; Ποιος είναι εκεί;

Και βλέπω την φιγούρα να με πλησιάζει. Δεν περπάταγε, αιωρούνταν στον αέρα και με πλησίασε.

Ήταν η κυρία mcWaderson και μου λέει:

- Σου είπα να φύγεις και να μη ξανάρθεις.

Η καρδιά μου πήγε να σταματήσει, πήγα να τη σπρώξω και δεν μπόρεσα να κουνηθώ, ήμουν μουδιασμένος και ακίνητος.

Της λέω:

- Τι θέλεις από μένα;

Και μου είπε:

- Να φύγεις.

Και εξαφανίστηκε.

Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα, φοβόμουν. Από τη μία ήθελα να φύγω, από την άλλη ήθελα να μάθω ποια ήταν αυτή  η γυναίκα. Το πρωί η καταιγίδα είχε σταματήσει και ο ήλιος έλαμπε πάνω από τις βρεγμένες στέγες και το χορτάρι μύριζε. Πήρα τους φίλους μου να μάθω την αλήθεια  και τους είπα για το τι έχει γίνει μέχρι στιγμής.

Ο φίλος μου, ένας γεροδεμένος Άγγλος ζούσε με τη φίλη του και μου δάνεισαν το σπίτι για λίγες μέρες. Δεν χρησιμοποιούσαν γιατί μένανε Λονδίνο.

Ο φίλος μου ο Jef μου είπε:

- Τι να σου πω, δεν μένουμε πολύ σε αυτό το σπίτι αλλά έχουν ακουστεί πολλά για αυτή τη γυναίκα. Λένε πως η ψυχή της γυρνάει τα βράδια, αλλά άμα θέλεις  πολύ να μάθεις πήγαινε  στην εκκλησία που είναι στο νεκροταφείο και ο πάτερ Θα σου πει λεπτομέρειες γιατί αυτός είναι από τους ποιο παλιούς κατοίκους και θα σου πει! Εγώ έρχομαι να σε πάρω το βράδυ, δεν σου είπα τίποτα γιατί το θεώρησα φήμες. Και κλείσαμε τη γραμμή.

Μόλις έκλεισα το τηλέφωνο τράβηξα για την εκκλησία του Αγίου Αυγουστίνου στο νεκροταφείο. Καθώς έβγαινα να πάω στην εκκλησία κοίταξα το σπίτι της κυρίας mcWaderson και από το παράθυρο είδα  μια μαύρη φιγούρα που με κοιτούσε μάλλον όχι φιλικά.

Η εκκλησία ήταν Βικτοριανού ρυθμού και φάνταζε σαν στοιχιωμενο κάστρο με τον ήλιο να αντανακλά στα βιτρό. Μόλις μπήκα μέσα στο μεγάλο χώρο της επιβλητικής εκκλησίας είδα δεξιά και αριστερά πάγκους που είναι για να προσεύχεται οι πιστοί, στο βάθος ένα άγαλμα της Παναγίας, λίγο ποιο πίσω ένα άγαλμα του Αγίου Αυγουστίνου με το δεξί χέρι να ευλογεί και ποιο δεξιά ο χώρος που μίλαγε ο πάστορας στους πιστούς στα Κυριακάτικα κηρύγματα.
Τότε εμφανίστηκε ένας κύριος με ράσο καθολικών γύρω στα 65, με καραφλίτσα και γυαλάκια. Ήταν ψιλός και αδύνατος και μου είπε με Αγγλοϊρλανδική προφορά:

- Καλώς ήρθατε, φαίνεστε ξένος, αν είσαστε από εδώ θα σας ήξερα σίγουρα γνωρίζω όλους τους κατοίκους!

Του ανταπέδωσα ένα χαμόγελο και του είπα:

- Ναι, είμαι ξένος και ήρθα για ένα πολύ σοβαρό θέμα.

Ο πάστορας κατέβασε τα γυαλάκια του και μου είπε:

- Πάμε στο γραφείο μου να συζητήσουμε, μόλις τελείωσα το διάβασμα και λίγο παρέα θα μου κάνει καλό.
Τον ακολούθησα. Το γραφείο ήταν μικρό αλλά άνετο με θέα έξω την εξοχή, υπήρχαν βιβλία και από πίσω στο τοίχο μια τοιχογραφία με τον Άγιο Αυγουστίνο, και ακουγόταν ένα cd με μια ελαφριά γλυκιά μελωδία.

Αφού μου πρόσφερε τσάι με μπισκότα και σάντουιτς με γαλοπούλα τυρί και μαγιονέζα μου είπε:

- Λοιπόν Καλέ μου φίλε σε ακούω.

Και ξεκίνησα να του λέω την ιστορία μου για τη κυρία mcWaderson. Ο πάστορας δεν με διέκοψε πότε πάρα μόνο κούναγε το κεφάλι του όταν τελείωσε μου είπε:
  -Ώστε την είδες και εσύ οπότε θα σου πω την ιστορία της.

Η κυρία mcWaderson καταγόταν από τη Σκοτία και ήρθε στην Αγγλία σε πολύ μικρή ηλικία με τους γονείς της. Κάποια στιγμή ξέσπασε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Η κυρία mcWaderson τότε ήταν 15 χρονών και πήγε εθελόντρια σαν νοσοκόμα να προσφέρει βοήθεια στους τραυματίες. Ένα βράδυ έπεσε μια βόμβα στο νοσοκομείο και πήρε φωτιά, εκεί έχασε το ένα της μάτι.

Ο πόλεμος τελείωσε αλλά η κυρία mcWaderson είχε χτυπηθεί άσχημα και το σοκ που της είχε προκαλέσει ήταν ανεπανόρθωτο, και ήταν πολύ απότομη και αγενής στο χαρακτήρα της. Όταν εγκαταστάθηκε εδώ ο κόσμος τη φοβόταν, ήταν άσχημη με ένα μάτι και  τη φωνάζανε γριά μάγισσα, και όλοι την αποφεύγαν και κανένας δεν τη κάλεσε ούτε μια φορά σπίτι του ή για γιορτή η για ένα τσάι.

Κάποια παιδιά της περιοχής θέλανε να γελάσουν μαζί της και της πέταγαν πέτρες στο σπίτι και η κυρία mcWaderson τα κυνηγούσε. Ένα βράδυ το αστείο ξέφυγε, τα παιδιά πήγαν να τη τρομάξουν και της πέταξαν πέτρες, όμως μια πέτρα έσπασε το τζάμι και έριξε ένα κεράκι που το είχε για να βλέπει το βράδυ και το σπίτι πήρε φωτιά αμέσως. η κυρία mcWaderson  εγκλωβίστηκε στο σπίτι και δεν πρόλαβε να βγει και κάηκε η καημένη ζωντανή.

Όλοι στη περιοχή νιώσαμε τύψεις αλλά κανένας δεν είπε τίποτα. τα παιδιά δεν τιμωρήθηκαν αλλά πέθαναν όλα από ατυχήματα το περιστατικό κρύφτηκε. Κάποιοι λένε τη εκδικήθηκε, άλλοι λένε πως την ακούνε ακόμα να φωνάζει, άλλοι την έχουν δει να κοιτάζει ψυχρά και εκδικητικά.

Μόλις τελείωσε την ιστορία τον κοίταγα προβληματισμένος και είπα:

- Θα ήθελα να έρθετε στο σπίτι της να κάνουμε μια προσευχή και αυτή να αναπαυθεί και εσείς να ηρεμίσετε από την παρουσία της.

Ο πάστορας χαμογέλασε και μου είπε ότι θα έρθει τώρα αμέσως. Ετοίμασε μια τσάντα και έβαλε την αγία γραφή και φύγαμε να πάμε να τελειώσουμε μια για πάντα με το φάντασμα της κυρίας mcWaderson.

Το σπίτι της έμοιαζε μόνο του καμένο και ο αέρας που πέρναγε μέσα έτριζε το σάπιο ξύλο. Η πόρτα είχε φρακάρει και άνοιξε με πολύ δυσκολία. Tο σπίτι μύριζε μούχλα και καμένο και υπήρχαν παλιά καμένα έπιπλα. Πάνω στο τζάκι υπήρχε μια πολύ παλιά φωτογραφία της κυρίας mcWaderson με στολή νοσοκόμας, ήταν πολύ όμορφη στα νιάτα της.

Ο πάστορας έβγαλε τα υλικά του με αγιασμό και την αγία γραφή και άρχισε να προσεύχεται. Ακούστηκε ένα τρίξιμο που όλο μεγάλωνε. Άρχισαν να κουνιούνται πράγματα και ο πάστορας μου είπε:

- Ότι και να δεις δεν θα φύγεις.

Και ζωγράφισε ένα κύκλο με κιμωλία και έβαλε άσπρα κεριά.

- Αν βγεις από τον κύκλο θα πεθάνεις, η ψυχή της είναι πολύ θυμωμένη και με πολύ μίσος.

Τα τριξίματα δυνάμωσαν, άρχισαν να πέφτουν πράγματα και τότε εμφανίστηκε μπροστά μας. Φορούσε μαύρα ρούχα και ερχόταν προς το μέρος μου. Φώναξα στον πάστορα αλλά δεν άκουγε. Σηκώθηκε δυνατός αέρας και τα πράγματα περιστρέφονταν γύρω μας.

Ένιωσα τα χέρια της γύρω από λαιμό μου, η δύναμη της ήταν δέκα ανδρών, ο πάστορας της έριξε αγιασμό. Έχανα τις αισθήσεις μου και πήγα να βγω από τον κύκλο αλλά ο πάστορας με συγκράτησε και πήγε να πέσει μαζί μου. η mcWaderson τσίριξε μια φωνή από άλλο κόσμο και τότε λιποθύμησα.

Μόλις συνήλθα τα πάντα ήταν ήρεμα, ο πάστορας καθότανε σε μια καρέκλα και με κοίταγε και μου είπε:

- Όλα τελείωσαν, η κυρία mcWaderson αναπαύτηκε μια για πάντα, τώρα μπορείς να γυρίσεις στη χώρα σου αλλά θα μου υποσχεθείς πως ότι έγινε θα μείνει εδώ.

Και του είπα:

- Ότι είδα θα μείνει εδώ, ελπίζω να την αποχαιρετήσω με μερικά λουλούδια στο τάφο της πριν έρθει ο φίλος μου να με πάρει να γυρίσω στο Λονδίνο.

Και έτσι το πνεύμα  της κυρίας mcWaderson αναπαύτηκε μια για πάντα.


Post has attachment
Θα μπειτε στην κοινοτιτα μου;
-
votes visible to Public
82%
Ναι
18%
Οχι

Post has attachment
PhotoPhotoPhotoPhoto
29/10/16
4 Photos - View album

Post has attachment
Ο θεέ μουυυυυυυυυυυ
Photo

Post has attachment
Omgggg
Photo

Post has attachment
Τέλεια επί και Διαβάστε τη
PhotoPhotoPhotoPhotoPhoto
18/10/16
5 Photos - View album

Post has attachment
Η φωτο μου είνα τρομακτική 
-
votes visible to Public
26%
Ναι
74%
Όχι

Post has attachment
Εχω και εγω μια τετοια κοινοτητα λεγετε Scary Stories👻 αν θελετε μπειτε...
-
votes visible to Public
73%
Θα μπω😘
27%
Μπα οχι😏

Post has attachment
Έλεος δλδ ο ανθοπωλης να έχει γκομενο ενα δάχτυλο????? 
PhotoPhotoPhoto
28/9/16
3 Photos - View album
Wait while more posts are being loaded