Profile cover photo
Profile photo
Ιάκωβος Σούσης Μαιευτήρας-Γυναικολόγος
2 followers
2 followers
About
Posts

Post has attachment
Έχω ακούσει με προσοχή χιλιάδες ασθενείς να μου περιγράφουν τα συμπτώματά τους. Καμία περιγραφή δεν ήταν η ίδια. Κάθε άνθρωπος, κάθε οργανισμός είναι διαφορετικός.
Photo
Add a comment...

Post has attachment
Με μεγάλο ενδιαφέρον περιμένω την έναρξη των εργασιών του 2ου Επιστημονικού Συμποσίου Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής «Νέοι Ορίζοντες στην Εξωσωματική Γονιμοποίηση» με τη συμμετοχή κορυφαίων ειδικών στην αναπαραγωγή από ολόκληρο τον κόσμο. Είναι τιμή μου η συμμετοχή στο προεδρείο της στρογγυλής τράπεζας «Επιπλοκές και Πρόβλεψη Επιτυχίας στην Εξωσωματική Γονιμοποίηση».
Photo
Add a comment...

Post has attachment

Post has attachment

Post has attachment
Early life sexual and physical abuse dramatically increases risk of endometriosis

A prospective cohort study found that women reporting severe and/or chronic abuse of multiple types during childhood and adolescence had a 79% higher risk of laparoscopically confirmed endometriosis.

Severe abuse was defined as being kicked, bitten, punched or physically attacked more than once, or choked or burned ever, whereas severe sexual abuse was considered forced sexual activity during both childhood and adolescence.

“We saw stronger associations among women whose endometriosis was most likely diagnosed as a result of pelvic pain symptoms,” said lead author Holly Harris, ScD, an assistant professor of epidemiology at the Fred Hutchinson Cancer Research Center in Seattle, Washington.

Previous studies led by members of Dr. Harris’ research team had shown a connection between early life abuse and both uterine fibroids and hypertension. “Given recent links found between endometriosis and hypertension, one of the next logical steps was to examine the association between abuse and risk of endometriosis,” Dr. Harris told Contemporary OB/GYN.

For the study, which appeared in the journal Human Reproduction, data were collected from 60,595 premenopausal women from 1989 to 2013 as part of the Nurses’ Health Survey II cohort.

Participants completed a questionnaire on exposure to violence.

A total of 3,394 cases of endometriosis were diagnosed during 24 years of follow-up.

Overall, 34% of study participants reported moderate or severe physical abuse during early life and 11% of study participants reported forced sex, while 14% of women diagnosed with endometriosis had severe sexual abuse history.

“It is extremely important for readers, clinicians and women with or those who care about women with endometriosis to understand that these results absolutely do not imply that all women who have endometriosis have been abused,” Dr. Harris said. “Abuse in early childhood and adolescence is common among both women with and without endometriosis.”

The associations between abuse and endometriosis were stronger in women presenting without infertility. This group was also more likely to report pelvic pain.

“Sadly, childhood abuse is real, is a major public health issue, and can have long-lasting impacts on health,” Dr. Harris said. “In addition, for women with pelvic pain with or without endometriosis, it is important that they know that these symptoms are not normal.”

When these women raise concerns about their pain with clinicians, they should not be dismissed, no matter their age or history, according to Dr. Harris. “There is a growing body of evidence that pain sensitization can result from a physiologic response to the stress and trauma of abuse,” she said. “This occurs not only among women with endometriosis but also among women with other pain conditions.”



Read more: https://academic.oup.com/humrep/article-abstract/33/9/1657/5055017?redirectedFrom=fulltext



Source: http://www.contemporaryobgyn.net/endometriosis/does-abuse-affect-risk-endometriosis?rememberme=1&elq_mid=4894&elq_cid=607376&GUID=69980457-AFA5-43B0-B217-28D67525EA6C
Photo
Add a comment...

Post has attachment
Η σεξουαλική και σωματική κακοποίηση στην παιδική ηλικία αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες εκδήλωσης ενδομητρίωσης

Μια προοπτική μελέτη κοόρτης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες που είχαν υποστεί σοβαρή και/ή χρόνια κακοποίηση διαφόρων ειδών κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας και της εφηβείας είχαν 79% υψηλότερο κίνδυνο να πάθουν ενδομητρίωση (η οποία διαγνώστηκε λαπαροσκοπικά).

Η σοβαρή κακοποίηση προσδιορίστηκε ως κλοτσιές, δαγκώματα, γροθιές ή σωματική επίθεση περισσότερες από μία φορές ή προσπάθεια πνιγμού ή καψίματος έστω και μία φορά. Η σοβαρή σεξουαλική κακοποίηση προσδιορίστηκε ως εξαναγκασμός σε σεξουαλική δραστηριότητα τόσο κατά την παιδική όσο και την εφηβική ηλικία.

“Διαπιστώσαμε ισχυρότερη συσχέτιση στις γυναίκες των οποίων η ενδομητρίωση διαγνώστηκε ως αποτέλεσμα συμπτωμάτων πυελικού πόνου”, δήλωσε η επικεφαλής της έρευνας Χόλι Χάρις, επίκουρη καθηγήτρια επιδημιολογίας στο Κέντρο Έρευνας Καρκίνου Fred Hutchinson στο Σιάτλ της Ουάσινγκτον.

Προηγούμενες μελέτες της ερευνητικής ομάδας της Δρ. Χάρις είχαν δείξει ότι η κακοποίηση στην παιδική ηλικία συνδέεται με την εμφάνιση ινομυωμάτων της μήτρας και την υπέρταση.

«Δεδομένων των πρόσφατων ερευνών που συνδέουν την ενδομητρίωση με την υπέρταση, ήταν λογικό να εξετάσουμε τη σχέση μεταξύ κακοποίησης και κινδύνου εκδήλωσης ενδομητρίωσης», δήλωσε η Δρ.Χάρις.

Για τη μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στην έγκυρη επιστημονική επιθεώρηση Human Reproduction, αναλύθηκαν δεδομένα από 60.595 προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες από το 1989 έως το 2013, στο πλαίσιο της έρευνας κοόρτης Nurses Health Survey II.

Οι συμμετέχουσες συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με την έκθεσή τους σε βία.

Συνολικά 3.394 κρούσματα ενδομητρίωσης διαγνώστηκαν κατά τη διάρκεια 24 ετών παρακολούθησης.

Συνολικά, το 34% των γυναικών που συμμετείχαν στη μελέτη ανέφεραν μέτρια ή σοβαρή σωματική κακοποίηση κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας και το 11% ανέφεραν ότι είχαν εξαναγκαστεί να κάνουν σεξ, ενώ το 14% των γυναικών που διαγνώστηκαν με ενδομητρίωση είχαν ιστορικό σοβαρής σεξουαλικής κακοποίησης.

“Είναι εξαιρετικά σημαντικό να είναι σαφές ότι αυτά τα αποτελέσματα προφανώς δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση ότι όλες οι γυναίκες που έχουν ενδομητρίωση έχουν κακοποιηθεί”, δήλωσε η Δρ Χάρις. “Η κακοποίηση στην παιδική ηλικία και την εφηβεία είναι φαινόμενο που εμφανίζεται τόσο στις γυναίκες που πάσχουν όσο και στις γυναίκες που δεν πάσχουν από ενδομητρίωση.”

Η σύνδεση μεταξύ παιδικής κακοποίησης και ενδομητρίωσης ήταν πιο ισχυρή σε γυναίκες που δεν παρουσίαζαν υπογονιμότητα. Αυτή η ομάδα ανέφερε πιο συχνά πυελικό πόνο.

“Δυστυχώς, η κακοποίηση στην παιδική ηλικία είναι πραγματικότητα, αποτελεί σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας και μπορεί να έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις στην υγεία”, δήλωσε η Δρ Χάρις. “Επιπλέον, είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι γυναίκες που πάσχουν από πυελικό πόνο (είτε πάσχουν από ενδομητρίωση είτε όχι) ότι αυτό δεν είναι φυσιολογικό.”

Όταν οι γυναίκες δηλώνουν στον γιατρό τους ότι ανησυχούν για αυτόν τον πόνο, δεν πρέπει να τις αγνοούν, ανεξάρτητα από την ηλικία ή το ιστορικό τους, σύμφωνα με τη Δρ Χάρις. “Υπάρχουν όλο και περισσότερες αποδείξεις ότι η ευαισθησία στον πόνο μπορεί αποτελεί σωματική «απάντηση» στο άγχος και το τραύμα που προκαλεί η κακοποίηση. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο μεταξύ των γυναικών με ενδομητρίωση αλλά και μεταξύ των γυναικών που πάσχουν από άλλες παθήσεις που προκαλούν πόνο”.



Διαβάστε περισσότερα: https://academic.oup.com/humrep/article-abstract/33/9/1657/5055017?redirectedFrom=fulltext
Photo
Add a comment...

Post has attachment
Εξέταση αίματος ανιχνεύει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη της κύησης στην αρχή της εγκυμοσύνης

Μια απλή εξέταση αίματος που μπορεί να γίνει ακόμα και στη 10η εβδομάδα της κύησης μπορεί να εντοπίσει τις γυναίκες που κινδυνεύουν από διαβήτη της κύησης, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να κάνουν αλλαγές στις καθημερινές τους συνήθειες πριν παρουσιαστεί η πάθηση.

Οι ερευνητές μελέτησαν εάν η εξέταση HbA1c (που ονομάζεται και γλυκοζιωμένη αιμοσφαιρίνη), η οποία χρησιμοποιείται συνήθως για τη διάγνωση του διαβήτη τύπου 2, θα μπορούσε να εντοπίσει σημάδια του διαβήτη της κύησης στο πρώτο κιόλας τρίμηνο της εγκυμοσύνης.

Η εξέταση υπολογίζει κατά προσέγγιση τα μέσα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα κατά τους προηγούμενους 2 έως 3 μήνες, με βάση την ποσότητα γλυκόζης που έχει συσσωρευτεί στην επιφάνεια των ερυθρών αιμοσφαιρίων.

"Θέλαμε να εντοπίσουμε τις γυναίκες που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο διαβήτη της κύησης στην αρχή της εγκυμοσύνης, ώστε να υπάρχει περισσότερος χρόνος για να παρέμβουμε και να αποτρέψουμε την εκδήλωση της πάθησης", δήλωσε επικεφαλής της έρευνας Cuilin Zhang.

Λίγες μελέτες μέχρι σήμερα εξέτασαν εάν η μέτρηση της γλυκοζιωμένης αιμοσφαρίνης στην αρχή της εγκυμοσύνης μπορεί να βοηθήσει ώστε να διαπιστωθεί ο κίνδυνος για την εμφάνιση της νόσου και είχαν περιοριστεί σε γυναίκες που είχαν ήδη υψηλό κίνδυνο για την πάθηση.

Οι ερευνητές, ανέλυσαν αρχεία από τη NICHD Μελέτη για την Ανάπτυξη του Εμβρύου, η οποία ήταν μια μεγάλη έρευνα παρατήρησης περισσοτέρων από 2.000 εγκύων χαμηλού κινδύνου σε 12 κλινικές των ΗΠΑ από το 2009 έως το 2013.

Τα αποτελέσματα της εξέτασης HbA1c από 107 γυναίκες που αργότερα ανέπτυξαν διαβήτη της κύησης συγκρίθηκαν με τα αποτελέσματα των εξετάσεων από 214 γυναίκες με παρόμοια δημογραφικά χαρακτηριστικά που δεν ανέπτυξαν τη διαταραχή. Οι περισσότερες από τις γυναίκες έκαναν την εξέταση σε τέσσερα διαστήματα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους: νωρίς (8η-13η εβδομάδα), μέση (16η -22η και 24η -29η εβδομάδα) και αργά (34η -37η εβδομάδα).

"Οι γυναίκες που ανέπτυξαν διαβήτη της κύησης είχαν υψηλότερα επίπεδα HbA1c με μέσο όρο 5,3% στο πρώτο τρίμηνο, σε σύγκριση με εκείνες χωρίς διαβήτη της κύησης, των οποίων το μέσο επίπεδο HbA1c ήταν 5,1%", δήλωσε ο Δρ Zhang. Επιπλέον, η HbA1 στο πρώτο τρίμηνο βελτίωσε σημαντικά την πρόβλεψη του διαβήτη κύησης σε σύγκριση με άλλους συμβατικούς παράγοντες κινδύνου."

Περαιτέρω, κάθε αύξηση κατά 0,1% της HbA1c πάνω από 5,1% στην αρχή της εγκυμοσύνης συνδέθηκε με υψηλότερο κίνδυνο κατά 22% για διαβήτη κύησης. Στο μέσον της εγκυμοσύνης τα επίπεδα HbA1c μειώθηκαν και στις δύο ομάδες, ενώ αυξήθηκαν και πάλι στο τελευταίο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.

"Αυτή η τελευταία αύξηση συμβαδίζει με τη μείωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη που συμβαίνει συχνά κατά το τρίτο τρίμηνο", δήλωσε ο Δρ Ζανγκ.

Ο Δρ Zhang είπε ότι τα αποτελέσματα ήταν ως επί το πλείστον αναμενόμενα. "Τα δεδομένα από τις προηγούμενες εργασίες μας έδειξαν ότι τα επίπεδα της γλυκοζιωμένης αιμοσφαιρίνης πριν την εγκυμοσύνη και στην αρχή της εγκυμοσύνης έχουν σχέση με τον κίνδυνο εκδήλωσης διαβήτη κύησης", ανέφερε. "Τα επίπεδα HbA1c συνήθως αντικατοπτρίζουν τον έλεγχο της γλυκόζης τους τελευταίους 2 έως 3 μήνες.

Σε αυτή τη μελέτη, το δείγμα του πρώτου τριμήνου ελήφθη μεταξύ 8ης και 13ης εβδομάδας της κύησης, όταν τα επίπεδα HbA1c αντανακλούσαν την κατάσταση ελέγχου της γλυκόζης πριν από την εγκυμοσύνη ή κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας της εγκυμοσύνης.

Ο Δρ Ζανγκ δήλωσε ότι τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν πως η εξέταση HbA1C θα μπορούσε να βοηθήσει στον εντοπισμό των ασθενών υψηλού κινδύνου για την εκδήλωση διαβήτη της κύησης στην αρχή της εγκυμοσύνης, ώστε με αλλαγές στην καθημερινότητά τους, όπως η υγιεινή διατροφή και η άσκηση, να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.

Διαβάστε περισσότερα: https://www.nature.com/articles/s41598-018-30833-8
Πηγή: http://www.contemporaryobgyn.net/…/blood-test-promising-det…
Photo
Add a comment...

Post has attachment
The importance of folic acid in male fertility

One of the B-vitamins, folate (or folic acid, as it's known in supplement form) is needed for the development of red blood cells and DNA production. Folate also plays an important role in cell division.

Folic acid is an essential nutrient in the body. The need for folic acid or folate in women of childbearing age is well-known. But could folic acid improve male fertility?

An embryo is formed from an egg and a sperm. While women are born with all the eggs they will ever have, the man's body creates sperm on a daily basis.
About 1,500 new sperm cells are created every second. The process from germline stem cell to sperm cell takes about 60-75 days. Folate is an essential nutrient when it comes to cell division and DNA synthesis.

Folate levels measured in semen have been associated with sperm count and health. One study found that low folate levels in semen were associated with poor sperm DNA stability. Therefore, folate plays an important role in sperm health.

Does Folic Acid Supplementation Improve Sperm Count?

The question was addressed by a randomized double-blind placebo control study on the effects of folic acid and zinc sulfate treatment on semen variables in fertile and subfertile men.

Folic acid was given at a daily dose of 5 mg, and zinc sulfate was given at a daily dose of 66 mg. Before and after treatment, standardized semen and blood samples were obtained for determinations of sperm concentration, motility, and morphology according to World Health Organization guidelines and blood folate and zinc concentrations.

The duration of the study was 26 weeks. Subfertile men demonstrated a significant 74% increase in total normal sperm count. A similar trend was observed in fertile men.

Pre-intervention concentrations of folate and zinc in blood and seminal plasma did not significantly differ between fertile and subfertile men. Total normal sperm count increases after combined zinc sulfate and folic acid treatment in both subfertile and fertile men. Although the beneficial effect on fertility remains to be established, this finding opened avenues of future fertility research and treatment and may affect public health.

However, folic acid isn’t a “cure all” for serious cases of male infertility.
A separate study looked at zinc and folic acid supplementation effects in men with oligoasthenoteratozoospermia (OAT). OAT is when sperm counts are low, motility (sperm movement) is abnormally low, and the percentage of normally shaped sperm are low. This study found that supplementation with folic acid and zinc increased the concentration of sperm in infertile men.

Sperm concentration increased in subfertile men receiving the combined treatment of folic acid and zinc sulfate and also in the group receiving only folic acid treatment.

Sperm chromatin integrity (%) increased significantly in subfertile men receiving only zinc sulfate treatment (P = 0.048). However, this improvement in sperm quality was not significant after adjusting placebo effect. This study showed that zinc sulfate and folic acid supplementation did not ameliorate sperm quality in infertile men with severely compromised sperm parameters, OAT.

Significant differences with the previous quoted study is the duration of the study was only 16 weeks vs 26 weeks in the previous one. Also, the daily dosage of zinc sulfate was 220mg daily vs 66mg. Therefore the studies are not directly comparable.

My opinion

In conclusion, the role of folate on semen parameters needs further investigation. There are studies supporting its beneficial effect on both normal and abnormal sperm and others showing no real effect.

Male infertility is a multifactorial disorder, and also nutritional factors play an important role in the results of administration of supplementation on sperm parameters.


References: https://www.researchgate.net/publication/11490600_Effects_of_folic_acid_and_zinc_sulfate_on_male_factor_subfertility_A_double-blind_randomized_placebo-controlled_trial
https://onlinelibrary.wiley.com/doi/pdf/10.1111/and.12180
https://www.verywellfamily.com/folic-acid-for-female-and-male-fertility-1959878

Photo
Add a comment...

Post has attachment
Μαζί με τη Σλοβενή συνάδελφο Dr Martinec κάναμε αναζωογόνηση κόλπου με λέιζερ σε μία γυναίκα 50 ετών με χαλάρωση του κόλπου, ελαφρά ακράτεια ούρων και δυσπαρεύνια (πόνο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης).

Η αναζωογόνηση του κόλπου με λέιζερ είναι μία εξαιρετική μέθοδος η οποία αυξάνει το κολλαγόνο οδηγώντας σε φυσιολογική λειτουργία του κόλπου και αποκατάσταση του φυσιολογικού pH του. Η αναγέννηση του κολλαγόνου έχει ως αποτέλεσμα την ελάττωση των κολπίτιδων, της ελαφριάς ακράτειας ούρων, ενώ μειώνει σημαντικά και τον πόνο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής.

Πολλά προβλήματα στον κόλπο της γυναίκας που μεγαλώνει είναι αναστρέψιμα και η αναζωογόνηση του κόλπου με λέιζερ είναι μία αξιόπιστη θεραπεία, χωρίς επιπλοκές, που διαρκεί 10 λεπτά, δεν χρειάζεται νάρκωση και βελτιώνει σημαντικά την ποιότητα ζωής της γυναίκας.
Photo
Add a comment...

Post has attachment
Γεννήθηκε το πρώτο μωρό μετά από μεταμόσχευση μήτρας νεκρής δότριας

Για πρώτη φορά στα ιατρικά χρονικά, γεννήθηκε ένα υγιέστατο μωράκι ύστερα από μεταμόσχευση μήτρας από νεκρή δότρια. Είναι η πρώτη φορά που γίνεται επιτυχώς τέτοιου είδους μεταμόσχευση.

Το κοριτσάκι γεννήθηκε στη Βραζιλία. Η μητέρα της είχε γεννηθεί χωρίς μήτρα και έλαβε το μόσχευμα μήτρας από μία 45χρονη γυναίκα, η οποία πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία, είχε κάνει τρεις τοκετούς στη ζωή της και είχε δωρίσει και την καρδιά, τους πνεύμονες και τους νεφρούς της.

Ελάχιστες μεταμοσχεύσεις μήτρας έχουν γίνει επιτυχώς ύστερα από την πρώτη στη Σουηδία το 2013. Σε όλες τις περιπτώσεις όμως η μήτρα είχε προέλθει από δότρια που ήταν εν ζωή. Έχουν γίνει δέκα απόπειρες μεταμόσχευσης μήτρας από νεκρή δότρια (στις ΗΠΑ, την Τσεχία και την Τουρκία) αλλά καμία δεν είχε ως κατάληξη τη γέννηση μωρού.

"Με μία αποθανούσα δότρια, ο χειρουργικός και ο αναισθητικός κίνδυνος που σχετίζονται με τη λήψη του μοσχεύματος δεν υπάρχουν. Η χρήση οργάνων από νεκρές δότριες θα μπορούσε να διευρύνει σημαντικά την πρόσβαση σε αυτή τη θεραπεία. Το περιστατικό αυτό προσφέρει μία νέα λύση για γυναίκες που αντιμετωπίζουν υπογονιμότητα εξαιτίας της μήτρας τους”, είπε ο επικεφαλής της έρευνας Δρ. Dani Ejzenberg του Πανεπιστημίου του Σάο Πάολο της Βραζιλίας.

«Η ανάγκη μία ζωντανής δότριας αποτελεί σημαντικό περιοριστικό παράγοντα, καθώς είναι σπάνιες οι περιπτώσεις και συνήθως η δότρια είναι από το στενό φιλικό ή οικογενειακό περιβάλλον».

Ο αριθμός των ατόμων που επιθυμούν και δεσμεύονται να δωρίσουν όργανα όταν πεθάνουν είναι πολύ μεγαλύτερος από εκείνους των ζωντανών δωρητών, προσφέροντας έναν σημαντικά ευρύτερο πληθυσμό πιθανών δωρητών.», τόνισε ο Δρ Ejzenberg.

Το κοριτσάκι γεννήθηκε στο Hospital das Clínicas, του Πανεπιστημίου του Σάο Πάολο. Η 32χρονη μητέρα της, η οποία γεννήθηκε χωρίς μήτρα (έπασχε από το σύνδρομο Mayer-Rokitansky-Küster-Hauser) έκανε μεταμόσχευση μήτρας τον Σεπτέμβριο του 2016. Η επέμβαση διήρκεσε 10.5 ώρες.

Συνέδεσαν τη μήτρα της δότριας με τον κόλπο της λήπτριας, καθώς και τα αιμοφόρα αγγεία και τους συνδέσμους. Η λήπτρια έλαβε ανοσοκατασταλτική αγωγή για να αποτραπεί η απόρριψη της μήτρας.

Περίπου έναν μήνα μετά τη μεταμόσχευση, η λήπτρια άρχισε να έχει περίοδο.

Ενώ δεν είχε μήτρα όταν γεννήθηκε, είχε ωοθήκες κι έτσι τα ωάριά της μπορούσαν να συλλεγούν και να χρησιμοποιηθούν σε εξωσωματική γονιμοποίηση. Τέσσερις μήνες πριν τη μεταμόσχευση είχε κάνει έναν κύκλο εξωσωματικής γονιμοποίησης και καταψύχθηκαν οκτώ έμβρυα. Ένα έμβρυο μεταφέρθηκε στη μεταμοσχευμένη μήτρα της επτά μήνες μετά την επέμβαση.

Η εγκυμοσύνη δεν παρουσίασε επιπλοκές και το κοριτσάκι γεννήθηκε με καισαρική τομή στις 35 εβδομάδες. Μόλις ήρθε στον κόσμο το μωρό, που ζύγιζε 2 κιλά και 250 γραμμάρια, αφαιρέθηκε η μήτρα από τη μητέρα. Τρεις μέρες αργότερα μητέρα και κόρη πήγαν στο σπίτι τους.

Επτά μήνες μετά τη γέννηση, τόσο το μωρό όσο και η μητέρα ήταν υγιείς, το κοριτσάκι ζύγιζε 7,2 κιλά και θήλαζε ακόμα, σύμφωνα με δημοσίευση στην έγκυρη επιστημονική επιθεώρηση The Lancet.

«Ανοίγει ο δρόμος για τη δυνατότητα των γυναικών να δωρίζουν τη μήτρα τους μετά τον θάνατό τους, όπως γίνεται και με πολλά άλλα όργανα», είπε ο καθηγητής Andrew Shennan στο Kings College του Λονδίνου. «Θα έχουν πλέον άλλη μία εναλλακτική για να αποκτήσουν δικό τους παιδί οι γυναίκες που εξαιτίας προβλημάτων σχετικών με τη μήτρα τους δεν τεκνοποιούσαν, χωρίς να χρειάζεται να βασιστούν σε ζωντανές δότριες, παρένθετες μητέρες ή στην υιοθεσία».

Η γνώμη μου

Η μεταμόσχευση μήτρας από αποθανούσα δότρια είναι μία πρωτοποριακή θεραπεία, ακόμα σε πειραματικό στάδιο, που προσφέρει λύση σε γυναίκες με απόλυτη υπογονιμότητα λόγω προβλημάτων της μήτρας (περιλαμβανομένων και εκείνων που για ιατρικούς λόγους είχαν κάνει υστερεκτομή).

Η λήψη μοσχεύματος από αποθανούσα δότρια μας απαλλάσσει από τα σημαντικά χειρουργικά προβλήματα που είχαμε με τη λήψη μοσχεύματος από δότρια εν ζωή. Είναι πιο πιθανό γυναίκες να δωρίσουν τη μήτρα τους μετά θάνατον. Μέχρι στιγμής τα μοσχεύματα προέρχονταν από το στενό φιλικό ή οικογενειακό περιβάλλον της λήπτριας.

Περισσότερη έρευνα απαιτείται για να διαπιστώσουμε την τυχόν επίδραση των ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων στο έμβρυο και την ασφάλεια της τεχνικής.

Πηγή: https://www.eurekalert.org/pub_releases/2018-12/tl-tlf120318.php

Image credit: https://news.sky.com/story/baby-born-after-womb-transplant-from-dead-donor-11571594




Photo
Add a comment...
Wait while more posts are being loaded