Profile

Cover photo
odysseas odysseas
Lives in Athens - Greece
263 followers|527,555 views
AboutPostsPhotosYouTube+1's

Stream

odysseas odysseas
owner

Ιστορία  - 
 
Ο Αλέξανδρος Γ’ ο Μακεδών ή Αλέξανδρος ο Μέγας, Βασιλεύς Μακεδόνων, Ηγεμών (Στρατηγός Αυτοκράτωρ) της Πανελλήνιας Συμμαχίας κατά της Περσικής αυτοκρατορίας, διάδοχος των Φαραώ της Αιγύπτου, Κύριος της Ασίας και βορειοδυτικής Ινδίας, οι κατακτήσεις του οποίου αποτέλεσαν τον θεμέλιο λίθο των βασιλείων των Διαδόχων του, ήταν Έλληνας Μακεδών βασιλεύς. Οι Αλεξανδρινοί χρόνοι αποτελούν το τέλος της κλασσικής αρχαιότητας και την απαρχή της περιόδου της παγκόσμιας ιστορίας γνωστής ως Ελληνιστικής. Υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες στρατηγούς στην ιστορία του έθνους, καταφέρνοντας σε ηλικία μόλις 33 ετών να κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος του τότε γνωστού κόσμου (4ος αιώνας π.Χ.).

Γεννήθηκε στην Πέλλα της Μακεδονίας τον Ιούλιο του έτους 356 π.Χ.. Γονείς του ήταν ο βασιλιάς Φίλιππος Β’ της Μακεδονίας και η πριγκίπισσα Ολυμπιάδα της Ηπείρου. Πέθανε στην Βαβυλώνα, στο παλάτι του Ναβουχοδονόσορα Β’ στις 10 Ιουνίου του 323 π.Χ., σε ηλικία ακριβώς 32 ετών και 11 μηνών.

Ως Βασιλιάς της Μακεδονίας, συνέχισε το έργο του πατέρα του, του Φιλίππου Β’. Ο Φίλιππος Β’ ήταν ιδιαίτερα ικανός στρατηγός, πολιτικός και διπλωμάτης, αναμορφωτής του μακεδονικού στρατού και του μακεδονικού κράτους.

Ο Αλέξανδρος, ολοκλήρωσε την ενοποίηση των αυτόνομων ελληνικών πόλεων-κρατών της εποχής, και κατέκτησε σχεδόν όλο τον γνωστό τότε κόσμο (Μικρά Ασία, Περσία, Αίγυπτο κλπ), φτάνοντας στις παρυφές της Ινδίας.

Ο Μέγας Αλέξανδρος γεννήθηκε τον Μάιο (ο μήνας Λωός του ημερολογίου των Μακεδόνων), του 356 π.Χ. στην Πέλλα, πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους. Σύμφωνα με την παράδοση, γεννήθηκε την ίδια νύχτα που ο Ηρόστρατος πυρπόλησε το ναό της Άρτεμης στην Έφεσο και ενώ οι μάγοι της πόλης, βλέποντας την καταστροφή, έτρεχαν στους δρόμους και προμήνυαν την υποταγή της Ασίας. Μάλιστα, η παράδοση λέει ότι η γενεαλογία του ανάγεται σε δύο σημαντικότατες μορφές της αρχαίας ελληνικής παράδοσης: ο ημίθεος Ηρακλής υπήρξε γενάρχης της δυναστείας των Αργεαδών Μακεδόνων ενώ ο Νεοπτόλεμος, υιός του ήρωα Αχιλλέα, ίδρυσε το βασιλικό οίκο των Μολοσσών, μέλος του οποίου ήταν η μητέρα του Ολυμπιάδα.Η θρυλούμενη καταγωγή του Αλέξανδρου συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, από τα πρώτα έτη του βίου του.



Παιδική και εφηβική ηλικία



Το 349 π.Χ. ο Λεωνίδας, συγγενής της Ολυμπιάδας, ανέλαβε την ευθύνη της ανατροφής του πρίγκιπα. Υπό την επίβλεψή του, ο Αλέξανδρος, διδάχτηκε αριθμητική, γεωμετρία, μουσική και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ιππασία. Αυτήν την περίοδο, όπως παραδίδεται, ο Αλέξανδρος δάμασε το Βουκεφάλα. Αργότερα, ο Φίλιππος ανέθεσε τις σπουδές του γιου του, στον Αριστοτέλη, ο οποίος του δίδαξε ιατρική, φιλολογία και πολιτικές επιστήμες. Η μαθητεία κοντά στο μεγάλο φιλόσοφο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο χαρακτήρα του νεαρού Αλέξανδρου.

Το 340 π.Χ. ο Αλέξανδρος σταμάτησε τις σπουδές του και γύρισε στην Πέλλα, όπου πήρε ενεργό μέρος στην πολιτική ζωή της Μακεδονίας. Κατά τις εκστρατείες του ο Φίλιππος εμπιστευόταν την διοίκηση της Μακεδονίας στον Αλέξανδρο. Σε ηλικία 16 χρονών και ενώ ο πατέρας του έλειπε στο Βυζάντιο, κατέστειλε μια εξέγερση Μαιδών. Κατά την μάχη της Χαιρώνειας, το 338 π.Χ., ο Φίλιππος συνέτριψε τις ενωμένες δυνάμεις Αθηναίων και Θηβαίων, με τον Αλέξανδρο επικεφαλής του ιππικού. Μετά από την ήττα των Αθηναίων πήγε στην Αθήνα ως αντιπρόσωπος του πατέρα του. Στο συνέδριο της Κορίνθου που ακολούθησε την μάχη της Χαιρωνείας, ο Φίλιππος εξελέγη «στρατηγός αυτοκράτωρ της Ελλάδος» εν όψει της εκστρατείας κατά των Περσών.

Στα 337 π.Χ., ο Φίλιππος σε ηλικία 48 ετών μνηστεύτηκε την Κλεοπάτρα, μια όμορφη ευγενή Μακεδονίτισσα. Η Ολυμπιάδα εξαγριώθηκε, καθώς το γόητρό της καταρρακώθηκε, ενώ αν η Κλεοπάτρα έδινε γιο στο Φίλιππο, εκείνος θα εκτόπιζε τον Αλέξανδρο στη διαδοχή. Αυτό προκάλεσε αναστάτωση στις μέχρι τότε αρμονικές σχέσεις του Αλέξανδρου με τον πατέρα του. Η Ολυμπιάδα παρέμεινε στα διαμερίσματά της κατά τη γιορτή του γάμου, αλλά ο Αλέξανδρος παρευρισκόταν εκεί, χάνοντας σταδιακά την αυτοκυριαρχία του. Ο θείος της νύφης προσέβαλε σε μια πρόποσή του τον Αλέξανδρο και αυτός του πέταξε ένα κύπελλο.Ο Φίλιππος προσπάθησε να επιβάλει την τάξη, αλλά είχε καταναλώσει πολύ κρασί και το κουτσό του πόδι τον πρόδωσε. Ο Αλέξανδρος χλεύασε τον πατέρα του και βγήκε από την αίθουσα. Αργότερα αποσύρθηκε στην Ήπειρο μαζί με την μητέρα του. Ωστόσο, ο Αλέξανδρος επέστρεψε στο ανάκτορο και συμφιλιώθηκε με τον Φίλιππο, αλλά η Ολυμπιάδα παρέμεινε στην Ήπειρο. Το 336 π.Χ. ο Φίλιππος πάντρεψε μια από τις κόρες του με το βασιλιά της Ηπείρου και αδελφό της Ολυμπιάδας, Αλέξανδρο. Οργανώθηκε βασιλική γιορτή στις Αιγές, με παρελάσεις και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Καθώς ο Φίλιππος έμπαινε στο στάδιο για να κηρύξει τους αγώνες, ο σωματοφύλακάς του Παυσανίας, βγήκε μπροστά και τον δολοφόνησε.



Ανάληψη εξουσίας και επικράτηση στην Ελλάδα



Όταν δολοφονήθηκε ο Φίλιππος, ο Αλέξανδρος ήταν μονάχα 20 ετών και φαινόταν τρωτός. Μολαταύτα, κινήθηκε γρήγορα εξουδετερώνοντας όλους τους πιθανούς διεκδικητές του θρόνου, τον οποίο και κατέλαβε. Εισέβαλε μετά στην Θεσσαλία και προχώρησε προς νότον αναγνωριζόμενος από όλους. Δεν εκδηλώθηκε καμιά επαναστατική κίνηση και το φθινόπωρο του 336 το συνέδριο της Κορίνθου τον ανακήρυξε, όπως είχε ανακηρύξει και τον Φίλιππο, «στρατηγό αυτοκράτορα της Ελλάδος» για την εναντίον των Περσών εκστρατεία. Την άνοιξη του 335 π.Χ. εξεστράτευσε εναντίον των Ιλλυριών και Τριβαλλών, προελαύνοντας από την Αμφίπολη μέχρι τον Αίμο σε διάστημα δέκα ημερών. Αφού νίκησε τους εκεί Θράκες, προχώρησε προς τον Δούναβη, νίκησε τους Τριβαλλούς και επιχείρησε επιδρομή κατά των Γετών, την οποία όμως αναγκάστηκε να διακόψει λόγω εξέγερσης των Ιλλυριών. Μετά στράφηκε προς τον νότο και υπέταξε τους Αγριάνες και τους Παίονες, εξασφαλίζοντας την πλήρη κυριαρχία στην περιοχή.

Όσο καιρό ο Αλέξανδρος πολεμούσε στον βορρά, οι Θηβαίοι επαναστάτησαν και πολιόρκησαν την μακεδονική φρουρά της Καδμείας, ενώ και στην Αθήνα και άλλες πόλεις επικράτησε αναβρασμός που προκαλούσαν οι αντιμακεδονικοί διαδίδοντας φήμες ότι ο Αλέξανδρος είναι νεκρός. Ο Αλέξανδρος με μια αστραπιαία πορεία, διένυσε τα 500 χιλιόμετρα από την Ιλλυρία στη Θήβα σε δώδεκα μέρες. Εκεί, μετά από σύντομη αλλά σθεναρή αντίσταση των Θηβαίων κατόρθωσε να τους υποτάξει. Ακολούθως συγκάλεσε το Κοινό των Ελλήνων για να αποφασίσει την τιμωρία της Θήβας και την εφάρμοσε διατάζοντας τον θάνατο έξι χιλιάδων Θηβαίων, να πουληθούν ως δούλοι οι υπόλοιποι τριάντα χιλιάδες κάτοικοι των Θηβών και να ισοπεδωθεί η πόλη. Τόσο τρομερή ήταν η καταστροφή, ώστε ο Αλέξανδρος πήγε προσκυνητής στους Δελφούς για να εξιλεωθεί. Μετά από αυτό καμία ελληνική πόλη δεν αψήφησε ανοιχτά το νεαρό βασιλιά της Μακεδονίας.



Εκστρατεία κατά των Περσών



Την εκστρατεία κατά των Περσών, είχε ήδη αποφασίσει να θέσει σε λειτουργία, μόλις ανέβηκε στο θρόνο της Μακεδονίας. Ο πατέρας του, Φίλιππος, είχε ήδη βάλει τις βάσεις αυτού του σχεδίου και του είχε μάθει από παιδί να μην έχει τίποτα άλλο στο νου του παρά αυτόν τον σκοπό. Ο Φίλιππος αφού είχε νικήσει τους Ιλλυριούς και τους Θράκες, τους Παίονες και τους Σκύθες, επέβαλε στους Έλληνες να συνενωθούν και με αυτόν αρχηγό να ξεκινήσουν την εκστρατεία με πρόσχημα την απελευθέρωση των Ελληνικών Αποικιών της Ασίας και την τιμωρία των απογόνων του Ξέρξη. Η δολοφονία του Φίλιππου άφησε στους ώμους του 20χρονου Αλέξανδρου τη μεγάλη αποστολή.
Η ιδέα της εκστρατείας στην Ασία δεν ήταν βέβαια καινούρια. Οι Έλληνες είχαν αίσθηση ανωτερότητας έναντι των βαρβάρων (δηλ. των μη Ελλήνων). Ήδη αμέσως μετά τις νίκες των Πλαταιών και της Μυκάλης το 479, ο πόλεμος πήρε επιθετική μορφή (478-466) με πρωτεργάτη τον Κίμωνα και λαμπρές επιτυχίες, με αποκορύφωμα τη νίκη στον Ευρυμέδοντα. Από το 399 μέχρι το 394 οι Σπαρτιάτες ταλαιπωρούσαν τους Πέρσες στην Μικρά Ασία. Ο Αγησίλαος μάλιστα προσπάθησε να δώσει πανελλήνιο χαρακτήρα στην εκστρατεία του θυσιάζοντας στην Αυλίδα, όπως ο Αγαμέμνων. Η ιδέα λοιπόν της τελικής επίθεσης εναντίον του Περσικού κράτους ήταν διάχυτη κι έμενε να βρεθεί αυτός που θα την πραγματοποιούσε. Προορισμένος γι’ αυτό φάνηκε ο Φίλιππος, ο οποίος είχε προπαγανδίσει με επιτυχία την ιδέα της τιμωρίας των Περσών για όσα διέπραξαν κατά της Ελλάδος στους Περσικούς πολέμους. Προς τον Φίλιππο ο Αθηναίος ρήτορας Ισοκράτης, ο θεωρητικός της πανελλήνιας κατά της Ασίας εκστρατείας, έγραφε: «τον δε βασιλέα τον νυν μέγαν προσαγορευόμενον καταλύειν επιχειρήσεις, ίνα την τε σεαυτού δόξαν μείζω ποιήσης και τοις Έλλησιν υποδείξης, προς ον χρή πολεμείν». «Και όλοι» γράφει σε άλλο σημείο ο Ισοκράτης «με παρακαλούν να σε προτρέψω να επιμείνεις στα σχέδιά σου, γιατί δεν μπορούν να διαπραχθούν καλύτερα και ωφελιμότερα έργα για τους Έλληνες». Η δολοφονία στέρησε τον Φίλιππο από ένα μεγάλο μερίδιο δόξας. Το κέρδισε ο Αλέξανδρος, που είχε προετοιμαστεί για τα έργα που ανέφερε ο Ισοκράτης, που ανήγε την καταγωγή του στον Αχιλλέα και είχε την Ιλιάδα πάντα κάτω από το προσκέφαλό του.



Πέρασμα στη Μικρά Ασία



Το 335 π.Χ. έστειλε τον Παρμενίωνα για να εξασφαλίσει το πέρασμα της Προποντίδας. Την άνοιξη του 334 π.Χ., αφήνοντας πίσω του τοποτηρητή της Μακεδονίας τον Αντίπατρο, πέρασε τον Ελλήσποντο με στρατό 30.000 πεζών και 5.000 και πλέον ιππέων, ενώ ο στόλος του απαρτιζόταν από 160 πλοία. Οι προμήθειες έφταναν για 30 μέρες και οι οικονομικοί πόροι ανέρχονταν περίπου στα 70 χρυσά τάλαντα.

Η στρατιωτική δύναμη ήταν ομολογουμένως μικρή σε σχέση με τα σχέδια του Αλεξάνδρου. Οι Πέρσες, με την απέραντη αυτοκρατορία τους που περιελάμβανε πολλούς λαούς και φυλές, θα μπορούσαν να αντιπαρατάξουν πολύ μεγαλύτερο στρατό. Αλλά ο Αλέξανδρος βασιζόταν στην ταχύτητα και την τόλμη.
Κύριο στρατιωτικό σώμα ήταν η μακεδονική φάλαγγα, αποτελούμενη από πεζέταιρους οπλισμένους με σάρισα, δόρυ μήκους 6 μέτρων, πιθανόν επινόηση του Φιλίππου Β’. Το ιππικό επάνδρωναν οι ευγενείς, οι εταίροι όπως ονομάζονταν. Το στρατό συμπλήρωναν σώματα ακοντιστών, τοξοτών και πελταστών. Μολονότι τον πυρήνα του στρατού αποτελούσαν οι Μακεδόνες, στις γραμμές του περιλαμβάνονταν πολεμιστές από ελληνικές πόλεις-κράτη και από τα βασίλεια της Μικράς Ασίας. Αυτή την ετερογενή δύναμη ένωναν οι δεσμοί πειθαρχίας, εκπαίδευσης και οργάνωσης, αλλά και η αφοσίωση που ενέπνεε ο Αλέξανδρος.

Οι επικεφαλής του στρατού του ήταν όλοι Μακεδόνες. Δεύτερος στην τάξη στρατηγός μετά από αυτόν ήταν ο Παρμενίων, παλιός συμπολεμιστής του πατέρα του. Ακολουθούσαν οι γιοί του Παρμενίωνα, Φιλώτας και Νικάνωρ, ο Αμύντας, ο Περδίκκας, ο Κρατερός, ο Πτολεμαίος, και ο Μελέαγρος. Διοικητής των Ελλήνων συμμάχων ήταν ο Αντίγονος, και των μισθοφόρων ο Μένανδρος.

Ο Μέγας Αλέξανδρος κατανόησε με αξιοθαύμαστη ενάργεια τις σημερινές στρατιωτικές αρχές της οργάνωσης, της κινητοποίησης, της άμεσης δράσης και, περισσότερο απ’ όλα, της έγκαιρης συγκέντρωσης των στρατιωτικών δυνάμεων. Ένα από τα αξιώματά του ήταν: βάδιζε χωριστά και πολέμα ενωμένος.

Ύστερα από μια σκληρή πορεία μέσω της Θράκης, ο Μέγας Αλέξανδρος πέρασε χωρίς δυσκολία τον Ελλήσποντο. Οι Πέρσες τον άφησαν να περάσει το στενό χωρίς να φέρουνε καμιά αντίσταση. Έτσι βρέθηκε στα ακρογιάλια της Ασίας, εκεί που βρίσκεται σήμερα η Τουρκία. Αμέσως μετά την απόβαση του στρατού, τέλεσε θυσίες και επισκέφτηκε την Τροία.

Μικρά Ασία

Ο Μέγας Αλέξανδρος νικά τους Πέρσες στη Μάχη του Γρανικού το 334 π.χ

Ο Αλέξανδρος οδήγησε το στρατό του στον ποταμό Γρανικό, όπου περίμεναν για να δώσουν μάχη οι περσικές δυνάμεις οδηγούμενες από τους τοπικούς σατράπες και τον Μέμνονα τον Ρόδιο. Η μάχη του Γρανικού, που έγινε τον Μάιο του 334 π.Χ. ανέδειξε νικητή τον Αλέξανδρο. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος κινδύνευσε αλλά οι Πέρσες αιφνιδιάστηκαν από το μακεδονικό ιππικό που διέσχισε τον ποταμό και τράπηκαν σε φυγή. Οι απώλειες των Μακεδόνων ήταν μόνο 110 άνδρες, ενώ ανάμεσα στους Πέρσες νεκρούς υπήρξαν και πολλοί ηγεμόνες τους. Η ήττα των Περσών άνοιξε τον δρόμο στον Αλέξανδρο για την κατάκτηση όλης της Μικράς Ασίας. Έστειλε ακόμη στην Αθήνα ως ανάθημα στην Παλλάδα Αθηνά 300 Περσικές ασπίδες με το επίγραμμα «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ ΑΠΟ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ ΤΩΝ ΤΗΝ ΑΣΙΑΝ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝΤΩΝ», δηλαδή «Ο Αλέξανδρος, ο γιος του Φιλίππου, και οι Έλληνες εκτός από τους Λακεδαιμόνιους. Έπειτα oι Σάρδεις και η Έφεσος παραδόθηκαν. Η Μίλητος και η Αλικαρνασσός αντιστάθηκαν αλλά τελικά κατακτήθηκαν μετά από πολιορκία. Πάνω από τριάντα πόλεις της Λυκίας παραδόθηκαν, ενώ κατακτήθηκε και η Παμφυλία. Διαμέσου των υψιπέδων της Πισιδίας και της Φρυγίας, ο Αλέξανδρος έφτασε στο Γόρδιο, όπου έλυσε το Γόρδιο δεσμό. Σύμφωνα με τον τότε θρύλο, όποιος έκανε κάτι τέτοιο, θα κατακτούσε ολόκληρη την Ασία. Πέρασε το χειμώνα παρακολουθώντας τις κινήσεις των Περσών και ετοιμάζοντας τις δυνάμεις του για νέα εξόρμηση. Στις ιωνικές πόλεις που κατέκτησε, κατάργησε τα ολιγαρχικά και τυραννικά πολιτεύματα που είχαν επιβάλει οι Πέρσες και εγκατέστησε δημοκρατίες, καταργώντας παράλληλα την βαριά φορολογία.


Λίβανος και Συρία

Ο Μέγας Αλέξανδρος νικά το Δαρείο στη μάχη της Ισσού 333 π.χ

Την άνοιξη του 333 π.Χ. ο Μακεδόνας βασιλιάς κατέλαβε την Καππαδοκία, και προωθήθηκε προς τις Κιλίκιες πύλες. Παρέμεινε όμως στην Ταρσό μέχρι τον Οκτώβριο για να αναρρώσει από μια βαριά ασθένεια. Για να εξασφαλίσει την κυριαρχία στην θάλασσα ξεκίνησε πορεία προς τη Φοινίκη όπου ήταν η βάση του ναυτικού των Περσών. Ο Δαρείος συγκέντρωσε τεράστιες δυνάμεις στη Βαβυλώνα, με διοικητή τον ίδιο, και κινήθηκε προς την Κιλικία εναντίον του Αλέξανδρου. Ο Αλέξανδρος διέβη τις Κιλίκιες πύλες για να συναντήσει τον Δαρείο, ο οποίος όμως κατάφερε να φέρει τον στρατό του στα νώτα του Αλέξανδρου. Η μάχη δόθηκε στην αμμώδη πεδιάδα της Ισσού. Ο Αλέξανδρος κατόρθωσε να ανοίξει ρήγμα στην παράταξη του περσικού στρατού, και το ιππικό του με επικεφαλής τον ίδιο πραγματοποίησε πλευρική επίθεση και βρέθηκε στα νώτα του Δαρείου. Ο Δαρείος τράπηκε σε φυγή αφήνοντας στα χέρια του νικητή τη σκηνή, τη μητέρα, τη σύζυγό του και πολλά λάφυρα. Σε ανάμνηση της νίκης του, ο Μέγας Αλέξανδρος ίδρυσε την Αλεξάνδρεια της Ισσού, την Νικόπολη (στο εσωτερικό), καθώς και τα οχυρά Ημαθία και Βοττιαίο δήμο και την κρήνη Ολυμπιάδα στην περιοχή που ιδρύθηκε η Αντιόχεια 30 χρόνια μετά.

Μετά την νίκη του στην Ισσό, η προέλαση συνεχίστηκε με κατάληψη της Άραδου, Βύβλου και Σιδώνας. Τα φοινικικά, ροδιακά και κυπριακά πλοία μπήκαν πλέον υπό τις διαταγές του Αλέξανδρου, και έτσι εξασφάλισε τα νώτα του και τον έλεγχο όλης της ανατολικής Μεσογείου.

Το καλοκαίρι του 332 π.Χ. κατάφερε με πολλή δυσκολία και επτά μήνες πολιορκίας την κατάληψη της Τύρου. Ο Αλέξανδρος φέρθηκε με πρωτοφανή σκληρότητα προς τους κατοίκους της πόλης.



Παλαιστίνη και Αίγυπτος

Στη συνέχεια, υπέταξε την Παλαιστίνη χωρίς προβλήματα, και την Γάζα μετά από πολιορκία. Συνέχισε την κατάκτησή του προς την Αίγυπτο όπου έγινε δεκτός ως ελευθερωτής. Σεβάστηκε τους αιγυπτιακούς θεούς και το 331 π.Χ. επισκέφτηκε το μαντείο του Άμμωνα στην Όαση Σίβα, όπου οι ιερείς του έκαναν καλή υποδοχή. Τον ονόμασαν γιο του Άμμωνα, τίτλο που δέχτηκε και τον αναγνώρισε από πολιτική σκοπιμότητα, θέλοντας να δημιουργήσει εντύπωση γύρω από το πρόσωπό του. Από τότε ο Αλέξανδρος απεικονίζεται με κέρατα κριού, ώστε να εννοείται η θεϊκή του καταγωγή. Πριν την αναχώρησή του από την Αίγυπτο ίδρυσε στο Δέλτα του Νείλου μια νέα πόλη που ονόμασε Αλεξάνδρεια, και η οποία έγινε σπουδαίο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της Μεσογείου.



Ανατολικές σατραπείες

Ο Μέγας Αλέξανδρος νικά στα Γαυγάμηλα τον βασιλέα των Περσών, Δαρείο Γ” το 331 π.χ

Αφού περίμενε ενισχύσεις από τη Μακεδονία, απέλυσε τους πιο καταπονημένους στρατιώτες και επέστρεψε στην Φοινίκη για να κατευθυνθεί προς τον Ευφράτη, όπου ο Δαρείος συγκέντρωνε στρατό από τις ανατολικές επαρχίες. Λέγεται ότι κατέστειλε μια επανάσταση των Σαμαρειτών που έκαψαν ζωντανό τον στρατηγό του Ανδρόμαχο. Η επανάσταση κατεστάλη, η Σαμάρεια κατέστη ελληνική πόλη, ενώ νέες πόλεις ιδρύθηκαν για να διασφαλιστεί η περιοχή της Κοίλης Συρίας: η Πέλλα, το Δίον, η Πιερία, τα Γάδαρα και τα Γέρασα. Όταν διέβη τον ποταμό Ευφράτη ίδρυσε το Νικηφόριον και κατά την πορεία του στην βόρεια Μεσοποταμία, επανίδρυσε την παλαιά Ορχόη σε Έδεσσα και όπως πιστεύεται την πόλη Δάρας. Πέρασε τον ποταμό Τίγρη, και έφτασε στο οροπέδιο των Γαυγαμήλων, περίπου 90 χλμ. από τα Άρβηλα. Εκεί νίκησε για άλλη μια φορά τον περσικό στρατό στην ομώνυμη μάχη των Γαυγαμήλων,1 Οκτωβρίου 331 π.Χ. διαλύοντας όλα τα υπολείμματα των περσικών δυνάμεων. Σε ανάμνηση της μεγαλειώδους νίκης του ίδρυσε μια νέα Αλεξάνδρεια. Ο Δαρείος διέφυγε προς την Μηδία, και ο Αλέξανδρος προέλασε προς τα Σούσα και από εκεί προς την Περσέπολη όπου και βρήκε τον αυτοκρατορικό θησαυρό, αποτελούμενο από περίπου 180.000 τάλαντα σε χρυσό και ασήμι. Η ανακάλυψη αυτού του θησαυρού τον βοήθησε να ξεπεράσει τα οικονομικά προβλήματα που μεγάλωναν κατά την διάρκεια της εκστρατείας.Καθ’ οδόν προς την Περσέπολη συνάντησε 800 εκτοπισμένους Έλληνες μεγάλης ηλικίας, που ήταν επιστήμονες, τεχνίτες και γενικά υψηλής μόρφωσης άτομα. Τους είχαν εκτοπίσει από τις μακρυνές πατρίδες τους οι προηγούμενοι Πέρσες βασιλιάδες και τους είχαν ακρωτηριάσει όλα τα μέλη του σώματος εκτός από εκείνα, που ήταν απαραίτητα για την άσκηση της επιστήμης ή της τέχνης τους. Το οικτρό θέαμά τους προκάλεσε την αγανάκτηση όλης της στρατιάς, που απαίτησε εκδίκηση, και ο Αλέξανδρος δεσμεύθηκε να τους στείλει πίσω στις πατρίδες τους. Όμως εκείνοι σκέφτηκαν ότι θα καλύτερα ως ομοιοπαθούντες να παραμείνουν όλοι μαζί, αντί να διασκορπιστούν μετά από τόσα χρόνια εξορίας στις πατρίδες τους, όπου θα προκαλούσαν οίκτο και φρίκη με την εμφάνισή τους. Ο Αλέξανδρος συμφώνησε, τους έδωσε από 3.000 δραχμές, 5 ανδρικές και 5 γυναικείες ενδυμασίες, 2 ζεύγη βοδιών, 50 πρόβατα, 50 μεδίμνους (περίπου 2.592 λίτρα) πυρών, τους απάλλαξε από κάθε βασιλικό φόρο και διέταξε τους τοπικούς άρχοντες να φροντίζουν ώστε να μην τους αδικήσει κανείς. Στην Περσέπολη κατέλυσε για λίγους μήνες. Στις 30 Ιανουαρίου του 330 π.Χ., όμως, πυρπόλησε την Περσέπολη μετά από μεθύσι.

Φεύγοντας από την Περσέπολη προχώρησε προς τη Μηδία όπου βρίσκονταν τα Εκβάτανα (σημερινό Χαμαντάν), αναζητώντας τον Δαρείο. Καταλαμβάνοντας τα Εκβάτανα περιήλθαν στα χέρια του και όλες οι εξουσίες στην Περσική Αυτοκρατορία. Σε αυτό το σημείο, ο σκοπός της εκστρατείας είχε ουσιαστικά τελειώσει. Η υποχρέωση των Ελλήνων συμμάχων του είχε τελειώσει κι έτσι έστειλε πίσω όσους επιθυμούσαν να μην τον ακολουθήσουν σε επόμενη εκστρατεία. Επίσης ανέθεσε στον Παρμενίωνα τη μεταφορά όλων των περσικών θησαυρών στην ακρόπολη των Εκβατάνων.

Μαθαίνοντας ότι ο σατράπης της Βακτρίας Βήσσος συνέλαβε τον Δαρείο και ανέλαβε ο ίδιος την εξουσία, συνέχισε τον δρόμο του και διέλυσε τους στασιαστές οι οποίοι στην φυγή τους είχαν δολοφονήσει τον Δαρείο. Ο Αλέξανδρος έστειλε το σώμα του Δαρείου για να ταφεί με βασιλικές τιμές και τα τοπικά έθιμα στην Περσέπολη. Με τον θάνατο του Μεγάλου Βασιλιά ο Αλέξανδρος προβλήθηκε ως νόμιμος διάδοχος της δυναστείας των Αχαιμενιδών.

Για να υποστηρίξει τον νέο του τίτλο, και να εξασφαλίσει τον έλεγχο όλης της αυτοκρατορίας κινήθηκε εναντίον του Βήσσου και των υπόλοιπων σατραπών που συνέβαλαν στην δολοφονία του Δαρείου. Η εκστρατεία του στις ανατολικές σατραπείες ξεκίνησε με την εκκαθάριση της Υρκανίας όπου, στα όρη των Ταπούρων, είχαν καταφύγει και οι Έλληνες μισθοφόροι του Δαρείου με αρχηγό τον Ναβαρζάνη. Μετά από την υποταγή της Υρκανίας διέσχισε την Παρθία και στην πόλη Σούσια της Αρίας, ο σατράπης Σατιβαρζάνης δήλωσε υποταγή, διατηρώντας το αξίωμά του. Μετά την αναχώρησή του Αλέξανδρου όμως για την Βακτρία, όπου ο Βήσσος συγκέντρωνε στρατεύματα, ο Σατιβαρζάνης σκότωσε την φρουρά που είχε αφήσει ο Αλέξανδρος και συγκέντρωσε στρατό για να βοηθήσει τον Βήσσο. Ο Αλέξανδρος επέστρεψε αλλά ο Σατιβαρζάνης διέφυγε με 2000 ιππείς. Στην θέση του διορίστηκε ο Αρσάκης. Αφού ίδρυσε μια νέα πόλη, την Αλεξάνδρεια των Αρείων, κατέφυγε στην Φράδα της Δραγιανής για να χειμάσει.

Εκεί αποκαλύφθηκε μια συνωμοσία που είχε σκοπό την δολοφονία του Αλέξανδρου. Ως ηθικός αυτουργός εμφανίστηκε ο Φιλώτας, γιος του Παρμενίωνα, ο οποίος τελικά καταδικάστηκε σε θάνατο από την συνέλευση του μακεδονικού στρατού. Ο Αλέξανδρος φοβούμενος την αντίδραση του Παρμενίωνα στην εκτέλεση του γιου του, διέταξε την δολοφονία του.

Το χειμώνα του 330 π.Χ. έφτασε στον Ινδικό Καύκασο όπου ίδρυσε άλλη μια Αλεξάνδρεια. Ο Βήσσος έφυγε μακριά, περνώντας τον ποταμό Ώξο καίγοντας τα πλοία του μετά την διέλευση και εγκαταστάθηκε στα Ναύτακα της Σογδιανής. Ο Αλέξανδρος τον ακολούθησε στην Σογδιανή και έστειλε τον Πτολεμαίο εναντίον του, ο οποίος τον συνέλαβε και τον οδήγησε στον Αλέξανδρο. Ο Βήσσος εκτελέστηκε και ο Αλέξανδρος προχώρησε προς την πρωτεύουσα της Σογδιανής, Σαμαρκάνδη, καθώς και στο Τασκέντ, που σήμερα είναι οι δύο σημαντικότερες πόλεις του Ουζμπεκιστάν. Ακολούθως έφθασε στον ποταμό Ιαξάρτη όπου ίδρυσε τη μακρινότερη απ’ όλες τις Αλεξάνδρειες, την Αλεξάνδρεια Εσχάτη, σε μια περιοχή που σήμερα λέγεται Χοτζέντ (στο σημερινό Τατζικιστάν). Κατόπιν πέρασε παράπλευρα από την παγωμένη κορυφογραμμή των Ιμαλαΐων και γύρισε στο Κυμπέρ και στις Ινδίες.


Εκστρατεία στην Ινδία

Ο Μέγας Αλέξανδρος νικά τον Ινδό βασιλιά Πώρο στον Υδάσπη ποταμό το 326 π.Χ. - Ο θάνατος του Βουκεφάλα.

Μετά τον γάμο του με την Ρωξάνη που είχε ηρεμήσει τα πράγματα στις σατραπείες της κεντρικής Ασίας, την άνοιξη του 327 π.Χ. ξεκίνησε για την κατάκτηση της Ινδικής χερσονήσου. Άφησε τον Αμύντα στην Βακτρία, και περνώντας από την Αλεξάνδρεια έφτασε στον ποταμό Κωφήνα όπου διαίρεσε τον στρατό του. Έστειλε τον Ηφαιστίωνα με τον Περδίκκα να προετοιμάσουν την προέλασή του μέχρι τον Ινδό ποταμό, και ο ίδιος από διαφορετική πορεία έφτασε την άνοιξη του 326 π.Χ. στον Ινδό τον οποίο διέβηκε μέσω της γέφυρας που είχε ετοιμάσει ο Ηφαιστίωνας και πολλών μικρών πλοίων. Συνέχισε την πορεία του προς τον ποταμό Υδάσπη, όπου ο Ινδός βασιλιάς Πώρος περίμενε από την απέναντι πλευρά με συγκεντρωμένο στρατό ώστε να τον εμποδίσει να περάσει. Ο Αλέξανδρος έστειλε στρατιώτες να μεταφέρουν αποσυναρμολογημένα τα πλοία που είχαν χρησιμοποιηθεί στην διάβαση του Ινδού, και με την υπόλοιπη δύναμη και ενισχυμένος από 5000 Ινδούς συνέχισε για τον Υδάσπη.

Η διάβαση του ποταμού ήταν δύσκολη αλλά τελικά έγινε με επιτυχία τον Ιούλιο του 326 π.Χ., ώστε να ακολουθήσει μια μεγάλη μάχη μεταξύ του στρατού του Αλεξάνδρου και του στρατού του Πώρου ο οποίος ανερχόταν σε 4000 ιππείς, 300 άρματα, 200 πολεμικούς ελέφαντες και 30000 πεζούς. Οι Μακεδόνες αντιμετώπισαν με ευκολία το ιππικό του Πώρου και τελικά κατάφεραν να υπερισχύσουν στην πρωτόγνωρη γι’ αυτούς μάχη εναντίον των ελεφάντων κερδίζοντας μια μεγάλη νίκη.
Στις όχθες του Υδάσπη ίδρυσε δύο πόλεις, την Νίκαια και την Βουκεφάλα (προς τιμή του αλόγου του που πέθανε εκεί). Αφήνοντας τον Κρατερό να επιβλέπει το χτίσιμο των πόλεων, συνέχισε την πορεία του και μετά από μια νίκη στα Σάγγαλα, σταμάτησε μπροστά στον ποταμό Ύφαση. Επιθυμία του Αλέξανδρου ήταν να συνεχίσει περνώντας τον ποταμό και την έρημο που εκτεινόταν μετά από αυτόν, συνάντησε όμως την έντονη αντίδραση του στρατού του. Οι κουρασμένοι σωματικά και ψυχικά στρατιώτες του συγκεντρώθηκαν στο στρατόπεδο και φώναζαν ότι δεν ήθελαν να συνεχίσουν. Τελικά ο Αλέξανδρος αποφάσισε να επιστρέψει. Μετά από τελετές διαίρεσε σε τμήματα τον στρατό του και επέστρεψε στην Νίκαια και την Βουκεφάλα, και λαμβάνοντας ενισχύσεις από την Ελλάδα στράφηκε προς τον νότο. Ναυπήγησε στόλο και πλέοντας τους ποταμούς Υδάσπη και Ινδό, με τμήματα του στρατού του στην αριστερή και δεξιά όχθη, έφθασε σε ένα σημείο όπου έδωσε φονική μάχη με τους Μαλλούς όταν και τραυματίστηκε από βέλος στο στήθος. Τελικά έφτασε στην πόλη Πάτταλα την οποία οχύρωσε και ανοικοδόμησε.



Ο δρόμος της επιστροφής



Για την επιστροφή ο Αλέξανδρος χώρισε το στράτευμά του σε τρία μέρη. Το πρώτο με αρχηγό τον Κρατερό ακολούθησε πορεία προς την Αλεξάνδρεια Αραχωσίας (Κανταχάρ) και μέσω της κοιλάδας του Ετύμανδρου εγκαταστάθηκε στην Καρμανία όπου περίμενε τον Αλέξανδρο. Το δεύτερο ήταν ο στόλος, που με αρχηγό τον Νέαρχο, παρέπλευσε τις ακτές της Περσίας όπου βρίσκονταν οι χώρες των Ωρών, των Γεδρωσιών και των Ιχθυοφάγων, προς τον μυχό του κόλπου.



Το τρίτο μέρος του στρατεύματος με τον Αλέξανδρο ξεκίνησε από τα Πάτταλα (τέλη Αυγούστου 324 π.Χ.) για να διασχίσει την έρημο της Γεδρωσίας. Στο πρώτο μέρος της πορείας δεν υπήρξαν δυσκολίες αλλά στην έρημο της Γεδρωσίας ο καύσωνας και η έλλειψη νερού προκάλεσαν μεγάλες απώλειες. Μετά από 60 μέρες σταμάτησε για ανάπαυση στην πρωτεύουσα της Γεδρωσίας, Πούρα, και προχώρησε στην Καρμανία όπου συνάντησε τον Κρατερό. Στην Καρμανία έφτασε και ο Νέαρχος όπου έδωσε αναφορά για την πορεία του, και συνέχισε τον περίπλου ως τις εκβολές του ποταμού Τίγρη. Ο Αλέξανδρος πήρε ένα μέρος του στρατεύματος και αφού πέρασε από τους Πασαργάδες προχώρησε στην Περσέπολη όπου διόρισε σατράπη τον Πευκέστα ο οποίος είχε σώσει την ζωή του Αλέξανδρου στην μάχη στους Μαλλούς.







Την άνοιξη του 324 π.Χ. έκανε γιορτές στα Σούσα για την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Περσίας. Οργάνωσε μικτούς γάμους Μακεδόνων με Περσίδες και ο ίδιος πήρε ως δεύτερη σύζυγο την Στάτειρα, την κόρη του Δαρείου. Εξόφλησε τα χρέη των Ελλήνων στρατιωτών του, με ένα ποσό που ανήλθε σε 20.000 τάλαντα και μοίρασε δώρα και τιμές σε όσους είχαν ανδραγαθήσει. Οι σατράπες της επικράτειας έφεραν εκεί και 30.000 έφηβους Πέρσες που είχαν εκπαιδευτεί και οπλισθεί μακεδονικά, τους οποίος ονόμασε «Επιγόνους».

Άρχισε να οργανώνει νέες εκστρατείες και αφού έστειλε τον Ηφαιστίωνα να εξερευνήσει τις ακτές του Περσικού κόλπου, ο ίδιος με επίλεκτες μονάδες κατευθύνθηκε προς την θάλασσα μέσω του ποταμού Ευλαίου. Στην Ώπι ανακοίνωσε την απόλυση των ηλικιωμένων και των τραυματιών και την συνέχιση της εκστρατείας, αλλά συνάντησε την αντίδραση των στρατιωτών του που δεν ήθελαν να συνεχίσουν μαζί του. Ο Αλέξανδρος τότε μοίρασε αξιώματα σε Πέρσες και ορισμένους τους ονόμασε συγγενείς του, πράγμα που ανάγκασε τους Μακεδόνες να του ζητήσουν συγνώμη και να τον ακολουθήσουν.



Θάνατος



Ο Αλέξανδρος επέστρεψε στη Βαβυλώνα και άρχισε να οργανώνει τον περίπλου της Αραβίας και την εξερεύνηση των ακτών της Βόρειας Αφρικής. Λίγο πριν την αναχώρηση για την Αραβία, στις 2 προς 3 Ιουνίου 323 π.Χ. συμμετείχε σε συμπόσιο έπειτα από το οποίο εκδήλωσε πυρετό, που διήρκεσε και τις επόμενες ημέρες αναγκάζοντάς τον να μεταθέσει την ημερομηνία αναχώρησης. Μετά από μια σύντομη βελτίωση της υγείας του κατέρρευσε ξανά, χωρίς να μπορεί να περπατήσει ή να μιλήσει. Η φήμη ότι είχε ήδη πεθάνει ανάγκασε τους στρατηγούς του να επιτρέψουν σε όλους τους στρατιώτες του να περάσουν από τον κρεβάτι του για να τον χαιρετίσουν. Μετά από δύο ημέρες πέθανε, στις 13 Ιουνίου 323 π.Χ.. Λίγο πριν πεθάνει ρωτήθηκε σε ποιόν αφήνει την βασιλεία του και απάντησε «τῷ κρατίστῳ», δηλαδή «στον ισχυρότερο». Σύμφωνα με ένα θρύλο, μουμιοποιήθηκε και θάφτηκε σε ένα γυάλινο φέρετρο γεμάτο μέλι. Περίοδος
εξουσίας 336 – 323 π.Χ.
Προκάτοχος Φίλιππος Β΄
Διάδοχος Αλέξανδρος Δ΄

Σύζυγος Ρωξάνη
Στατείρα της Περσίας Παρυσάτιδα
Οίκος Αργεαδών
Πατέρας Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας
Μητέρα Ολυμπιάδα της Ηπείρου
Γέννηση 20 Ιουλίου 356 π.Χ.
Πέλλα, Μακεδονία
Θάνατος 10 Ιουνίου 323 π.Χ.
Βαβυλώνα.
Η Διάσπαση του κράτους του Μ. Αλεξάνδρου.
Αμέσως μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου προέκυψε έντονο το πρόβλημα της διαδοχής, αφού δεν υπήρχε νόμιμος και ικανός διάδοχος. Προς στιγμή το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με την αναγνώριση της συμβασιλείας στον ετεροθαλή αδελφό του, το Φίλιππο Αρριδαίο (Φίλιππος Γ'), ανίκανο να κυβερνήσει, και στον αναμενόμενο γιο του από τη Ρωξάνη (Αλέξανδρος Δ'). Ωστόσο, και οι δύο δεν είχαν τις προϋποθέσεις να διεκδικήσουν δυναμικά την εξουσία και να διατηρηθούν στο θρόνο. Αμέσως εκδηλώθηκαν διασπαστικές τάσεις στην αυτοκρατορία που πήραν τη μορφή εξεγέρσεων, απελευθερωτικών πολέμων και συγκρούσεων για τη διαδοχή.Πρώτος λοιπόν ανήγγειλε στους Αθηναίους το θάνατο του Αλεξάνδρου ο Ασκληπιάδης, ο γιος του Ιππάρχου. Ο Δημάδης όμως είπε να μην το πιστέψουν γιατί προ πολλού η οικουμένη θα είχε μυρίσει από το νεκρό. Ο Φωκίων, βλέποντας ότι ο δήμος κινούνταν επαναστατικά προσπάθησε να τον καθησυχάσει και να τον συγκρατήσει. Επειδή όμως πολλοί πηδούσαν στο βήμα και φώναζαν ότι ο Ασκληπιάδης λέει την αλήθεια και ότι ο Αλέξανδρος πέθανε ο Φωκίων είπε: «Τότε λοιπόν θα είναι και αύριο και μεθαύριο πεθαμένος. Έτσι μπορούμε να αποφασίσουμε με περισσότερη ησυχία και ασφάλεια».


Εξεγέρσεις και απελευθερωτικοί αγώνες. Οι Αθηναίοι μαζί με τους Αιτωλούς ήταν από τους πρώτους που κινήθηκαν εναντίον των Μακεδόνων, όταν πληροφορήθηκαν το θάνατο του Αλεξάνδρου. Το αντιμακεδονικό μέτωπο όμως, που είχε ουσιαστικά υποκινηθεί από τους Αθηναίους ρήτορες Υπερείδη και Δημοσθένη,

μετά τις συγκρούσεις που έγιναν στην περιοχή της Λαμίας (Λαμιακός πόλεμος, 322 π.Χ.) και στη Θεσσαλία διαλύθηκε. Η επικράτηση των Μακεδόνων είχε τις ακόλουθες συνέπειες:
♦ Οι Αθηναίοι υποχρεώθηκαν να αντικαταστήσουν το δημοκρατικό πολίτευμα με ολιγαρχικό, να πληρώσουν χρηματική αποζημίωση και να δεχτούν μακεδονική φρουρά στη Μουνιχία, ένα από τα λιμάνια του Πειραιά.
♦ Ο Υπερείδης δολοφονήθηκε και ο Δημοσθένης αυτοκτόνησε, προκειμένου να αποφύγει την ατίμωση.
♦ Πόλεις της Πελοποννήσου υποχρεώθηκαν να δεχτούν μακεδονικές φρουρές.
Οι Μακεδόνες στρατηγοί δεν πρόλαβαν να προχωρήσουν σε τιμωρία των Αιτωλών, γιατί έπρεπε να επιστρέψουν έγκαιρα στην Ασία, όπου είχαν αρχίσει οι διαμάχες των διαδόχων.
Στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, όπου η μακεδονική εξουσία ήταν χαλαρή, εκδηλώθηκαν εξεγέρσεις γηγενών πληθυσμών αλλά και Ελλήνων που είχαν εγκατασταθεί στη Βακτριανή. Την εξέγερση αυτή κατέστειλε ο Έλληνας διοικητής της Μηδίας, ο Πείθων, ο οποίος στη συνέχεια ανακήρυξε τον εαυτό του ανεξάρτητο διοικητή των Άνω σατραπειών της αυτοκρατορίας

Οι συγκρούσεις των διαδόχων. Η διευθέτηση του ζητήματος της διαδοχής, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, ήταν πρόσκαιρη. Προς αυτή την κατεύθυνση συνέτειναν οι φιλοδοξίες των στρατηγών του Αλεξάνδρου και η απουσία ισχυρής κεντρικής εξουσίας. Οι συγκρούσεις των στρατηγών κράτησαν είκοσι χρόνια μέχρι το διαμελισμό της αυτοκρατορίας σε επιμέρους βασίλεια και συνεχίστηκαν πλέον μεταξύ των ηγεμόνων των ελληνιστικών βασιλείων μέχρι τη σταθεροποίηση της εξουσίας τους.
Η πρώτη περίοδος των συγκρούσεων (321-301 π.Χ.) ξεκίνησε με δολοφονίες των νομίμων διαδόχων και των επικρατέστερων στρατηγών και συνέχισε με την πρώτη κατανομή της εξουσίας στο Τριπαράδεισο της Συρίας (321 π.Χ.). Εκεί ο Αντίπατρος, ως γηραιότερος, αναγορεύτηκε από το στρατό επιμελητής αυτοκράτορας και οι υπόλοιποι ανέλαβαν τη διοίκηση μιας περιοχής της αυτοκρατορίας. Στην πορεία επικρατέστερος και ισχυρότερος όλων αναδείχθηκε ο Αντίγονος, ο οποίος αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας και παραχώρησε τον ίδιο τίτλο στο γιο του, Δημήτριο, τον επονομαζόμενο Πολιορκητή. Οι υπόλοιποι στρατηγοί, που δεν ανέχτηκαν τη στάση του Αντίγονου, συνασπίστηκαν εναντίον του. Στη μάχη στην Ιψό της Φρυγίας (301 π.Χ.) κρίθηκε τελικά η τύχη της αυτοκρατορίας. Οι δυνάμεις του Αντίγονου ηττήθηκαν και ο ίδιος σκοτώθηκε. Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής διέφυγε τη σύλληψη και με τις ικανότητες που διέθετε κατόρθωσε αργότερα να γίνει βασιλιάς της Μακεδονίας (294 π.Χ.).Οι νικητές στρατηγοί μοιράστηκαν τα εδάφη της αυτοκρατορίας

του Μ. Αλεξάνδρου και αναγορεύθηκαν βασιλείς. Έτσι, από τη μάχη στην Ιψό προέκυψαν τέσσερα βασίλεια: το βασίλειο της Αιγύπτου με τον Πτολεμαίο, της Συρίας με το Σέλευκο, της Μακεδονίας με τον Κάσσανδρο και της Θράκης με το Λυσίμαχο.
Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν με κύριους αντιπάλους πλέον το Λυσίμαχο της Θράκης, του οποίου η κυριαρχία είχε επεκταθεί στο χώρο της Μ. Ασίας, και το Σέλευκο. Μετά τη μάχη στο Κουροπέδιον της Λυδίας (281 π.Χ.) και το θάνατο του Λυσίμαχου, τα εδάφη του μοιράστηκαν μεταξύ του βασιλείου της Μακεδονίας και της Συρίας. Αργότερα στο χώρο της Μ. Ασίας ιδρύθηκε ένα νέο βασίλειο με κέντρο την πόλη Πέργαμο. Αποσπάστηκαν και άλλα εδάφη από την κυριαρχία των Σελευκιδών τα οποία κυβερνήθηκαν από γηγενείς ηγεμόνες. Έτσι, παράλληλα με τα ελληνιστικά βασίλεια στο χώρο της Ασίας δημιουργήθηκαν και άλλα μικρότερα κράτη, όπως της Βιθυνίας, της Αρμενίας, του Πόντου, της Καππαδοκίας και άλλα. (Η Ελληνιστική εποχή που αρχίζει από το θάνατο τον Μ. Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) και τελειώνει με την κατάληψη τηςΑιγύπτου από τους Ρωμαίους(30 π.Χ.) ονομάζεται ελληνιστική). 
 ·  Translate
2
Add a comment...

odysseas odysseas
owner

Ιστορία  - 
πίσω. Ο Μέγας Αλέξανδρος. alexander_the_great.jpg. Η εκστρατεία που άλλαξε τον κόσμο σε 8 επεισόδια από την ΕΤ3 και ο Ελληνιστικός Κόσμος στην Ασία. Αυτόν τον κόσμο του Ελληνισμού στην Ασία κατά την Μετά-Aλεξανδρινή εποχή, έφεραν στο φως οι ξένες ανασκαφές στην Ασία από τη Συρία ως το Αφγανιστάν ...
2
Add a comment...

odysseas odysseas
owner

Ιστορία  - 
 
 
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ.Μια ζεστή βραδιά, τον Μάιο του 323 π.Χ., έπειτα από μια μεγάλη οινοποσία, πέφτει μυστηριωδώς άρρωστος. Η υγεία του βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση. Ο ίδιος καίγεται από πυρετό. Μετά από 30.000 χιλιόμετρα αιματοχυσίας και κατακτήσεων, το κυνήγι της αθάνατης δόξας φτάνει στο τέλος του για τον Αλέξανδρο. Οι Μακεδόνες αξιωματικοί του, ανήσυχοι συγκεντρώνονται γύρω από το κρεβάτι του ετοιμοθάνατου. Ο ιστορικός Πλούταρχος περιγράφει τη σκηνή: «Ήθελαν οπωσδήποτε να τον δουν για τελευταία φορά. Όλων σχεδόν η καρδιά ήταν βαριά από τη θλίψη, ενώ η σκέψη ότι θα έχαναν το βασιλιά τους, τους έκανε να νιώθουν αδύναμοι και σαστισμένοι». Μετά από 11 μέρες πυρετού, ένας από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς και ηγέτες όλου του κόσμου, πεθαίνει σε ηλικία 32 ετών. Τι ήταν αυτό που προκάλεσε τον πρόωρο θάνατο του Αλέξανδρου; Τι κατέκτησε τελικά τον κατακτητή; Ήταν κάποια αρρώστια, ήταν το οινόπνευμα, ή ήταν δολοφονία; Κάποιοι ειδικοί λένε ότι ήταν τύφος. Άλλοι ότι τον δηλητηρίασαν κάποιοι αξιωματικοί, που είχαν βαρεθεί τις μανίες του και την απαίτησή του να τον λατρεύουν σαν θεό. Όμως, για πολλούς αιώνες οι ιστορικοί διαφωνούσαν σχετικά με την αιτία του θανάτου του. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: ο Αλέξανδρος δεν δηλητηριάστηκε. Το μοιραίο εορταστικό συμπόσιο ήταν στις 29 Μαΐου, ενώ ο θάνατος τον βρήκε στις 10-11 Ιουνίου. Αν ήθελαν να τον δηλητηριάσουν, θα του είχαν δώσει μεγάλη ποσότητα δηλητηρίου. Τι τον σκότωσε λοιπόν; Η επιδημία αποκλείεται. Οι άνθρωποι δεν πέθαιναν κατά χιλιάδες γύρω του. Δεν πρόκειται για κάποια ασιατική γρίπη. Πρέπει να είναι κάτι που συνέβη σ’ εκείνον. Κλίνω προς την ελονοσία.
 ·  Translate
2
Add a comment...

odysseas odysseas
owner

Ιστορία  - 
 
 
 
Ο φόνος του Κλείτου
(Αρριανός Δ.8-9, Διόδωρος ΙΖ.77.4, 78.1, περιεχόμενα ΙΖ.β.κζ, Πλούταρχος Αλέξανδρος 45.1-4, 50-52, Κούρτιος 6.6.8, 8.1.19-κ.ε., 8.2.1-12, Ιουστίνος 12.3.8, 10, 12.6, Ευριπίδης Ανδρομάχη 684-693)  

Εκτός από τον προφανή στρατηγικό λόγο, ο Αλέξανδρος είχε ακόμη ένα λόγο για να κλείσει το μέτωπο της Σογδιανής όσο νωρίτερα γινόταν, κι αυτός ήταν η υπακοή του στρατεύματος. Οι άλλοι Έλληνες και οι βάρβαροι σύμμαχοι δεν φαίνεται να απετέλεσαν διοικητική πρόκληση σε καμία φάση της εκστρατείας, αλλά με τους Μακεδόνες η κατάσταση ήταν διαφορετική. Μετά το θάνατο του Δαρείου και παρά το ότι είχε πείσει την εκκλησία των Μακεδόνων ότι έπρεπε να καταλάβουν το σύνολο της αχαιμενιδικής επικράτειας, ήταν υποχρεωμένος να χειραγωγεί τις διαρκώς εντεινόμενες αντιδράσεις τους (αξιωματικών και ατάκτων) και παράλληλα να τους δίνει κίνητρα, για να προελαύνουν αφενός πνίγοντας στο αίμα κάθε αντίσταση και αφετέρου υπομένοντας τις πιο απίστευτες κακουχίες. Αφόρητη ζέστη το καλοκαίρι, θανατηφόρο κρύο το χειμώνα, άγονα εδάφη και σκληροτράχηλους βαρβάρους. Ο Κούρτιος λέγοντας ότι οι Σογδιανοί ήταν «άγρια θηρία αιμοδιψούς φύσεως» μας δίνει το μέτρο των δυσκολιών, που δημιούργησαν στους Μακεδόνες. Εκτός απ’ αυτά, που ήταν συνέπειες της κοινής απόφασης όλων, οι Μακεδόνες υφίσταντο και τον περιορισμό των δικαιωμάτων τους ως ελευθέρων Ελλήνων πολιτών, κάτι που ήταν προσωπική απόφαση του Αλεξάνδρου. Κι όλα αυτά τα βίωναν ευρισκόμενοι στις εσχατιές της αυτοκρατορίας, στην άκρη του γνωστού κόσμου, απομακρυνόμενοι όλο και περισσότερο από τις πατρίδες τους και χωρίς να βλέπουν κάποιο σαφές τέρμα. Όσο είχε να τους επιδεικνύει νίκες, μπορούσε να τους πειθαναγκάζει να τον ακολουθούν. Αν τελμάτωνε στρατιωτικά, θα ήταν αδύνατον να διατηρήσει την υπακοή τους.

Το εσωτερικό μέτωπο ήταν πιο αδυσώπητο απ’ το κυρίως μέτωπο εναντίον των διαφόρων βαρβάρων, ήταν εκείνο που καταπόνησε τον Αλέξανδρο και τον έφθειρε περισσότερο, ήταν εκείνο στο οποίο τελικά ηττήθηκε κατά κράτος. Η δε εξ αρχής διαφαινόμενη ήττα του, σε συνδυασμό με όλες τις άλλες δυσκολίες και την αδυναμία του χαρακτήρα του να υποχωρεί, προκάλεσε τις αλλεπάλληλες περιπτώσεις προσβλητικής ή ακόμη και εκδικητικής συμπεριφοράς του προς τον ίδιο του το λαό. Το λαό, που τον πίστεψε, τον ακολούθησε ως τα βάθη της Ασίας και τον ανέδειξε ως μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες της παγκόσμιας ιστορίας. Η Εκατόμπυλος, στην ευρύτερη περιοχή της οποίας δολοφονήθηκε ο Δαρείος, και το καλοκαίρι του 330 π.Χ. είναι τα κομβικά σημεία, γεωγραφικό και χρονολογικό αντίστοιχα, στην αλλαγή της συμπεριφοράς του Αλεξάνδρου. Η Σογδιανή είναι το γεωγραφικό σημείο, πέρα απ’ το οποίο οι απολογητές του δεν μπορούν να αποκρύψουν αυτήν την αλλαγή. Οι Έλληνες συγγραφείς, όπως είναι απόλυτα φυσιολογικό και αναμενόμενο, είναι γενικά απολογητικοί και προσπαθούν να ωραιοποιούν όσες λεπτομέρειες είναι αρνητικές για τον Αλέξανδρο. Στο σημείο αυτό ο Κούρτιος δεν φαίνεται αναξιόπιστος και, αν τοποθετήσουμε στο δικό του πλαίσιο τις πληροφορίες των Ελλήνων (ειδικά του Πλούταρχου, που τις δίνει φαινομενικά αλληλοαναιρούμενες), παίρνουμε μία αρκετά ακριβή εικόνα.

Οι αρχαίοι συγγραφείς δεν διαφωνούν για την εγκράτεια του Αλεξάνδρου στην αρχή της εκστρατείας ειδικά δε στο πολυσυζητημένο θέμα της οινοποσίας, λένε ότι περισσότερο συζητούσε κρατώντας το ποτήρι παρά έπινε και ότι αυτό γινόταν, μόνον όταν υπήρχε η πολυτέλεια της ανάπαυσης. Διαφορετικά, «από την εργασία δεν τον απομάκρυνε ούτε κρασί, ούτε ύπνος, ούτε παιχνίδι, ούτε γάμος, ούτε θέαμα». Όταν όμως η στρατιά έφτασε στη Σογδιανή, αυτός ο Αλέξανδρος δεν υπήρχε πια. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Πλούταρχος, ο οποίος γενικά αποδίδει τις πληροφορίες του στις βασιλείους εφημερίδες, «τότε με τις μεγάλες καυχήσεις του γινόταν εξαιρετικά δυσάρεστος και άξεστος. Αφενός ξέπεφτε σε κομπασμούς και αφετέρου επέτρεπε απρεπώς στους κόλακες «να τον καβαλλήσουν», έτσι οι συνετότεροι από τους παρευρισκόμενους εστενοχωρούντο, διότι δεν ήθελαν ούτε τους κόλακες να ανταγωνίζονται ούτε των επαίνων τους να υστερούν, διότι το πρώτο φαινόταν άτιμο και το δεύτερο ήταν επικίνδυνο». Τα βασιλικά συμπόσια άρχιζαν νωρίς, είχαν ασιατική πολυτέλεια και στο ποτό είχε υιοθετήσει βαρβαρικές συνήθειες. Έπινε ἄκρατον οἶνον και κοιμόταν μέχρι το επόμενο μεσημέρι, ενώ μερικές φορές (προφανώς μετά από γενναία οινοκατάνυξη) κοιμόταν ολόκληρη την επόμενη μέρα. Αυτά μας παραπέμπουν ευθέως σε αγγειογραφίες συμποσίων, που παριστούν τους συνδαιτυμόνες να πίνουν μέχρις αναισθησίας.

Η εικόνα του Αλεξάνδρου, που αναδύεται στη Σογδιανή δεν δημιουργήθηκε τότε. Τόσα χρόνια συνεχών εχθροπραξιών, πολιτικών ισορροπήσεων και εξισορροπήσεων, αγωνίας για συνωμοσίες κατά της ζωής του και τρόμου μην αποτύχει στους στόχους, που ο ίδιος έθετε, είχαν δημιουργήσει ένα τεράστιο ψυχολογικό φορτίο. Η μεταφορά αυτού του φορτίου ως το τέρμα της Γης (όπου ήθελε πραγματικά να φτάσει) συνιστούσε δοκιμασία, την οποία κανείς, ούτε κι ο Μέγας Αλέξανδρος, δεν μπορούσε να περάσει αλώβητος. Στις αρχές του 328 π.Χ. ο 28 ετών βασιλιάς της Μακεδονία, Ηγεμών της Ελλάδος και Βασιλεύς της Ασίας όδευε ολοταχώς προς τον αλκοολισμό, αν δεν ήταν ήδη αλκοολικός, όπως λέει ευθέως ο Κούρτιος.

Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε ότι είχε υιοθετήσει το τυπικό των Περσών βασιλέων και είχε μεταμορφώσει τη Μακεδονική Αυλή σε ασιατική. Εκτός από την κατανάλωση άκρατου οίνου, ένα ακόμη στοιχείο, που περιφρονούσε η ελληνική παιδεία, ήταν η στρατιά από παλλακίδες και ευνούχους για την ερωτική ικανοποίηση του ασιάτη βασιλιά. Η περιφρόνηση των Ελλήνων δεν είχε καμία σχέση με τις ερωτικές προτιμήσεις, αφού είναι τεκμηριωμένη πέραν πάσης αμφιβολίας η αμφισεξουαλικότητα και η παιδεραστία στην κλασσική Ελλάδα. Οι Έλληνες και μεταξύ αυτών και οι Μακεδόνες απλώς περιφρονούσαν την ασιατική τρυφηλότητα, που σηματοδοτούσαν όλα αυτά τα ερωτικά σκεύη. Μετά το θάνατο του Δαρείου το καλοκαίρι του 330, οπότε άνοιξε ο δρόμος για την αναγόρευσή του σε Μέγα Βασιλέα, ο Αλέξανδρος χρησιμοποιούσε το περσικό βασιλικό διάδημα και τα περισσότερα εξαρτήματα της περσικής βασιλικής ενδυμασίας, μοίρασε στους εταίρους περσικά ενδύματα και φόρεσε στους ίππους περσική ιπποσκευή. Τα περί Δία και Άμμωνα ήταν σαφώς ένα εργαλείο διοίκησης των βαρβάρων και γίνονταν ανεκτά, έστω και με δυσφορία, έστω και οριακά. Αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν τόσο προσβλητικό όσο η ενσωμάτωση ασιατών στη βασιλική φρουρά ως ραβδούχων, σωματοφυλάκων και άλλων εμπίστων του βασιλιά, από τους οποίους έπρεπε να περάσουν και να ελεγχθούν ακόμη και οι Μακεδόνες ευγενείς. Τίποτα δεν μπορούσε να είναι προσβλητικότερο για τους μεγάλης ηλικίας και υψηλόβαθμους αξιωματικούς, που αναδείχθηκαν υπό τις διαταγές του Φιλίππου, από το να τους υποβιβάζει ο Αλέξανδρος σε υφισταμένους των ίδιων των υποτελών τους.

Επί δύο χρόνια ο Αλέξανδρος κατάφερνε να διασκεδάζει τις διαμαρτυρίες και να πνίγει τη δυσαρέσκεια των μεγαλυτέρων σε ηλικία αξιωματικών αφενός με δωροδοκίες και αφετέρου προωθώντας αξιωματικούς νεώτερους και προθυμότερους να υποκύψουν στις διαθέσεις του. Τώρα όμως είχαν φτάσει στα βορειότερα και στα ανατολικότερα σύνορα της περσικής αυτοκρατορίας. Η εντολή του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων είχε εκτελεσθεί, είχαν πάρει εκδίκηση από τους Πέρσες και δεν χωρούσε πια καμία δικαιολογία για παραπέρα προέλαση. Όλοι γνώριζαν ότι ο Αλέξανδρος πολύ σύντομα θα βρισκόταν ενώπιον της εκκλησίας των Μακεδόνων, για να κάνει απολογισμό των πεπραγμένων και να ζητήσει νέα έγκριση ή να υποκύψει στην απόφαση της εκκλησίας, όπως ήταν εξαιρετικά πιθανό να συμβεί. Αυτή ακριβώς η εκκλησία ήταν η ελπίδα των Μακεδόνων και το άγχος του Αλεξάνδρου, διότι αυτό που ήταν αυτονόητη υποχρέωση του Μακεδόνα βασιλιά, συνιστούσε ταπεινωτική προσβολή για τον Βασιλιά της Ασίας. Προμηνυόταν λοιπόν μία ενδομακεδονική σύγκρουση συνταγματικού χαρακτήρα, της οποίας η σφοδρότητα θα ήταν ανάλογη της έντασης που είχε συσσωρεύσει η σωματική καταπόνηση, η ψυχική εξάντληση των Μακεδόνων και η απομάκρυνσή τους ταυτόχρονα από την πατρίδα και το τέρμα της εκστρατείας.

Όλα αυτά οδήγησαν στο φόνο του Κλείτου, τον οποίο είναι αδύνατο να τοποθετήσουμε με χρονική ακρίβεια. Μπορούμε μόνο να εκτιμήσουμε ότι συνέβη στα Μαράκανδα στο τέλος του καλοκαιριού ή στις αρχές του φθινοπώρου του 328 π.Χ. Οι εκδοχές για τα πραγματικά γεγονότα, που οδήγησαν στο φόνο, παραδίδονται διαφορετικά από κάθε ιστορικό, παρά ταύτα όλοι οι ιστορικοί εκτός από τον Ιουστίνο είναι λίγο-πολύ απολογητικοί και ακολουθούν την ίδια υπερασπιστική γραμμή (αν και διαφοροποιούμενοι ο ένας από τον άλλο στις λεπτομέρειες): οι Μακεδόνες προσέβαλαν τους θεούς, η οργή των οποίων οδήγησε στο φόνο του Κλείτου.

Ο Αρριανός αναφέρει δύο εκδοχές, ελαφρά διαφορετικές. Σύμφωνα με την πρώτη, οι Μακεδόνες είχαν μία μέρα του χρόνου αφιερωμένη στον Διόνυσο, προς τιμήν του οποίου έκαναν θυσίες. Εκείνη τη χρονιά ο Αλέξανδρος αποφάσισε να αγνοήσει τον Διόνυσο και να προσφέρει θυσίες στους Διόσκουρους. Ακολούθησε δείπνο και μετά από πολλή οινοποσία «σύμφωνα με τα βαρβαρικά έθιμα» (δηλαδή έπιναν άκρατο οίνο), τα πράγματα πήραν τη μοιραία τροπή. Οι αυλοκόλακες, που είχε μαζέψει γύρω του ο Αλέξανδρος άρχισαν τους παραλληλισμούς ανάμεσα στον Τυνδάρεω και τον Φίλιππο, το πώς ο Δίας υφάρπασε και από τους δύο την πατρότητα των παιδιών και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Αλέξανδρος ήταν ανώτερος από τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, στους οποίους νωρίτερα είχαν προσφέρει θυσίες. Έβαλαν και τον Ηρακλή στην προκρούστεια κλίνη της κολακείας και εν τέλει αποφάνθηκαν, ότι ο φθόνος δεν αφήνει τους ανθρώπους να δεχθούν τις δίκαιες τιμές, που τους αποδίδουν οι φίλοι τους. Το συμπέρασμά τους ήταν σαφές: ο Αλέξανδρος ως πραγματικός θεός δεν είχε κανένα λόγο να φοβηθεί τον φθόνο κανενός και μπορούσε να απολαύσει τις τιμές, που εδικαιούτο, από όσους ήταν πρόθυμοι να του τις προσφέρουν.

Ο Κλείτος, που δεν ανεχόταν τις νέες, βαρβαρικές συνήθειες του Αλεξάνδρου, εξοργίσθηκε ακούγοντας τους κόλακες να χλευάζουν θεούς και ήρωες, για να εξυψώσουν τον Αλέξανδρο. Τους θύμισε ότι ο Αλέξανδρος δεν πραγματοποίησε τίποτα μόνος του, αλλά τα περισσότερα ήταν κατορθώματα του Μακεδονικού λαού. Κάποιοι, συνεχίζοντας τις κολακείες, άρχισαν να μειώνουν το έργο του Φιλίππου και να λένε, ότι δεν έκανε τίποτα αξιόλογο και πως όλα ήταν επιτεύγματα του Αλεξάνδρου. Τότε ο Κλείτος, μεθυσμένος κι αυτός, ξέσπασε χλευαστικά κατά του Αλεξάνδρου, του θύμισε τη μάχη του Γρανικού και υψώνοντας επιδεικτικά το δεξί του χέρι είπε «Αλέξανδρε, αυτό το χέρι σ’ έσωσε τότε». Ο Αλέξανδρος όρμησε εναντίον του, αλλά τον συγκράτησαν οι συνδαιτυμόνες. Ο Κλείτος συνέχισε τις προσβολές και ο Αλέξανδρος κάλεσε στην αίθουσα τους υπασπιστές. Κανένας δεν υπάκουσε και ο Αλέξανδρος άρχισε να ωρύεται ότι είχε καταντήσει σαν τον Δαρείο στα χέρια του Βήσσου και ότι μόνο κατά τον τίτλο ήταν βασιλιάς. Βρισκόταν πια σε έξαλλη κατάσταση και κανείς δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει. Άρπαξε τη λόγχη ενός σωματοφύλακα και σκότωσε τον Κλείτο.

Αυτή η εκδοχή πρέπει να είναι του Πτολεμαίου, ενώ του Αριστόβουλου είναι λίγο διαφορετική και παραλείπει το τι προηγήθηκε της μέθης. Κατ’ αυτήν, όταν ο Αλέξανδρος όρμησε εναντίον του Κλείτου, κάποιοι τον άρπαξαν και τον πέταξαν έξω από τα τείχη και την τάφρο της ακρόπολης. Εκεί συνάντησε τον Πτολεμαίο του Λάγου (κάτι που δεν αναφέρει ο ίδιος ο Πτολεμαίος), αλλά δεν μπορούσε να συγκρατηθεί και ξαναγύρισε στην ακρόπολη. Ο Αλέξανδρος οπλισμένος ακόμη τον έψαχνε και τον καλούσε. Ο Κλείτος εμφανίσθηκε μπροστά του λέγοντας «Εδώ είναι ο Κλείτος σου, Αλέξανδρε!» και δέχθηκε το πλήγμα της σάρισσας.

Ο Αλέξανδρος πέρασε τη νύχτα θρηνώντας και την επομένη πήγαν κάποιοι να τον ηρεμήσουν. Ο μάντης Αρίστανδρος του θύμισε το όνειρο, που είχε δει και του εξήγησε ότι η μοίρα του Κλείτου καθορισμένη από πριν. Αυτό φάνηκε να τον ηρεμεί κάπως, αφού δεν έφταιγε εκείνος, αλλά θέλημα των θεών. Μετά προσπάθησε να τον ηρεμήσει ο Καλλισθένης με διάφορες ηθικές θεωρίες, όταν εισέβαλε ο υπερόπτης σοφιστής, Ανάξαρχος: «Αυτός λοιπόν είναι ο Αλέξανδρος, στον οποίο προσβλέπει όλη η οικουμένη; Αυτός, που έχει πέσει κάτω και κλαίει σαν δούλος, επειδή φοβάται τον νόμο και τις κατηγορίες των ανθρώπων; Εκείνων των οποίων πρέπει ο ίδιος να είναι Νόμος και να καθορίζει τα δικά τους δίκαια, επειδή νίκησε για να εξουσιάζει και όχι για να είναι δούλος τους και να εξουσιάζεται από μία ανοησία; Δεν ξέρεις Αλέξανδρε, ότι ο Δίας έχει δίπλα του τη Δίκη και τη Θέμιδα, ώστε οτιδήποτε κάνει όποιος έχει την εξουσία να θεωρείται δίκαιο και θεμιτό;». Αυτή η φιλοσοφική προσέγγιση ήταν αδιανόητη για Έλληνα ηγέτη δημοκρατίας ή «συνταγματικής» βασιλείας. Ήταν όμως απόλυτα φυσιολογική για τον Βασιλιά της Ασίας. Οι απόψεις και ο χαρακτήρας του αυλοκόλακα φιλόσοφου ταίριαζαν στον από παλιά καθιερωμένο ρόλο του Βασιλιά της Ασίας, ενώ οι παραδοσιακές ελληνικές φιλοσοφικές απόψεις, όπως αυτές του Καλλισθένη, ήταν περιοριστικές και δυσάρεστες. Έτσι εξασφάλισαν ο μεν Ανάξαρχος μία επίζηλη θέση στην Αυλή του Βασιλιά της Ασίας ο δε Καλλισθένης σύντομο βίο.

Τις επόμενες τρεις ημέρες ο Αλέξανδρος αποκαλούσε τον εαυτό του φονιά των φίλων του, φώναζε το όνομα της Λανίκης, δεν έφαγε και δεν ήπιε τίποτα και δεν περιποιήθηκε τον εαυτό του. Δεν έκανε όμως απολύτως τίποτα για να εξιλεωθεί από το ίδιο το έγκλημα. Και ήταν πολύ σοβαρό έγκλημα, διότι η αδελφή του Κλείτου, η Λανίκη, ήταν η τροφός που τον ανέθρεψε, οι γιοι της είχαν σκοτωθεί στην πολιορκία της Μιλήτου πολεμώντας υπό τις διαταγές του και εκείνος σε … αναγνώριση όλων αυτών σκότωσε τον αδελφό της! Τελικά, ο φόνος αποδόθηκε στην κακιά στιγμή, την οποία δημιούργησε η οργή του Διονύσου, επειδή περιφρόνησαν την καθιερωμένη εορτή του. Έτσι, ο Αλέξανδρος έστω και εκ των υστέρων έκανε τις προβλεπόμενες τελετές, για να κατευνάσει την οργή του θεού.

Ο Πλούταρχος στη δική του εκδοχή τονίζει την επίρρεια της μέθης και ιδιαίτερα τη θεϊκή παρέμβαση. Δηλαδή η μοίρα του Κλείτου είχε προαποφασισθεί από τους θεούς και επισφραγίσθηκε, όταν δεν ολοκλήρωσε μία θυσία. Αναφέρει επίσης ότι ο Αλέξανδρος θυσίασε στους Διόσκουρους, αλλά δεν λέει ότι προσέβαλε τον Διόνυσο, καταλογίζοντας έτσι στον Κλείτο την προσβολή προς τους θεούς λόγω της μη ολοκλήρωσης της θυσίας. Κατά τον Πλούταρχο λοιπόν ο Αλέξανδρος μόλις είχε παραλάβει «ελληνικά φρούτα» και θαυμάζοντας την ομορφιά τους θέλησε να τα μοιραστεί με τον Κλείτο. Τον κάλεσε σε δείπνο κι εκείνος παρουσιάσθηκε αμέσως, αφήνοντα στη μέση τη θυσία, που έκανε εκείνη τη στιγμή. Όταν ο Αλέξανδρος είδε να τον ακολουθούν τρία πρόβατα, που είχαν χρησιμοποιηθεί στις σπονδές, ανησύχησε επειδή τρεις νύχτες νωρίτερα είχε δει σε όνειρο τον Κλείτο να κάθεται μαζί με τους ήδη νεκρούς γιους του Παρμενίωνα και όλοι ήταν ντυμένοι στα μαύρα. Οι μάντεις του είπαν ότι αυτός ήταν κακός οιωνός και τους ζήτησε να ολοκληρώσουν τη θυσία για λογαριασμό του Κλείτου.

Στο δείπνο οι συνδαιτυμόνες κατανάλωσαν πολύ μεγάλη ποσότητα κρασιού και κλήθηκαν να διασκεδάσουν με κάποια σκωπτικά τραγούδια του Πράνιχου ή του Πιερίωνα, που διακωμωδούσαν τις πρόσφατες αποτυχίες των Μακεδόνων διοικητών στα πεδία των μαχών. Οι πιο ηλικιωμένοι δυσανασχέτησαν και βρίζοντας τον στιχουργό και τον τραγουδιστή απαιτούσαν να σταματήσουν. Ο Κλείτος διαμαρτυρήθηκε, διότι τέτοια τραγούδια μείωναν τους Μακεδόνες ενώπιον των κατακτημένων βαρβάρων και - αν μη τι άλλο - παραβίαζαν θεμελιώδεις αρχές διοίκησης. Όσο για τις αποτυχίες, τις απέδωσε απλώς σε ατυχία. Ο Αλέξανδρος τον ειρωνεύθηκε ότι βαφτίζει ατυχία τη δειλία των Μακεδόνων και ο Κλείτος, «αυθάδης από χαρακτήρα και μεθυσμένος», είπε «Αυτή η δειλία έσωσε εσένα, που κατάγεσαι από τους θεούς, όταν είχες γυρίσει τα νώτα σου στο ξίφος του Σπιθριδάτη. Με το αίμα και τις πληγές αυτών των Μακεδόνων έγινες τόσο μεγάλος, ώστε να αρνηθείς τον Φίλιππο και να γίνεις γιος του Άμμωνα».

Η προσβολή ήταν πολύ βαριά και ο Αλέξανδρος οργισμένος και τον απείλησε ευθέως: «Νομίζεις ανόητε ότι θα χαρείς πολύ λέγοντας τέτοια και ξεσηκώνοντας τους Μακεδόνες σε στάση;». «Ούτε τώρα χαιρόμαστε, Αλέξανδρε, αφού ως ανταμοιβή των κόπων τους, οι Μακεδόνες χτυπιούνται με μηδικά ραβδιά και παρακαλούμε τους Πέρσες, για να σε δούμε. Γι’ αυτό μακαρίζουμε όσους πρόλαβαν να πεθάνουν πριν τα δουν αυτά.». Κουβέντα στην κουβέντα ο Κλείτος είπε την καθοριστική φράση «Να μην καλείς σε δείπνο ανθρώπους ελεύθερους, που δεν φοβούνται να πουν τη γνώμη τους, αλλά να ζεις ανάμεσα στους βάρβαρους και τους δούλους, που υποτάσσονται στην περσική ζώνη και το λευκό σου χιτώνα». Έξαλλος ο Αλέξανδρος του πέταξε ένα μήλο και ζήτησε το εγχειρίδιό του, αλλά ο σωματοφύλακας Αριστοφάνης, πρόλαβε και το έκρυψε, ενώ οι άλλοι τον περικύκλωσαν και τον παρακαλούσαν να σταματήσει. Ο Αλέξανδρος εκτός εαυτού φώναζε στους υπασπιστές στα μακεδονικά (η χρήση της πατρικής του διαλέκτου ήταν ένδειξη μεγάλης ταραχής) και διέταξε τον σαλπιγκτή να σημάνει συναγερμό. Ο σαλπιγκτής δεν υπάκουσε και ο Αλέξανδρος τον γρονθοκόπησε ωρυόμενος ότι κατάντησε σαν τον Δαρείο, όταν τον είχε συλλάβει ο Βήσσος, και ότι μόνο ο τίτλος του βασιλιά του είχε απομείνει. Ο Κλείτος δεν έλεγε να σταματήσει και κάποιοι εταίροι τον έβγαλαν με τη βία από τον ανδρώνα, αλλά εκείνος ξαναμπήκε αμέσως από άλλη πόρτα απαγγέλλοντας, όσους από τους παρακάτω ιαμβικούς στίχους πρόλαβε:  

Αλίμονο, τι άσχημη συνήθεια επικρατεί στην Ελλάδα!
Όταν ένας στρατός μοιράζει τα τρόπαια από τους εχθρούς,
ποτέ δεν αναγνωρίζεται το έργο αυτών που έχουν κοπιάσει για τη νίκη,
ο στρατηγός κρατάει για τον εαυτό του όλη τη δόξα 
ένας μόνο άνδρας, που ξεχωρίζει ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους,
χωρίς να έχει αγωνισθεί περισσότερο από τους άλλους, έχει σημαντικότερο λόγο
Στην πόλη οι αρχηγοί κατέχουν τις τιμητικές θέσεις 
και αντιμετωπίζουν το λαό αφ’ υψηλού, ενώ δεν είναι παρά μηδενικά. 
Οι μικροί θα είχαν πολύ περισσότερη σοφία, 
αλλά τους λείπει η τόλμη και η αποφασιστικότητα…

 Τότε ο Αλέξανδρος άρπαξε τη λόγχη ενός σωματοφύλακα και την κάρφωσε στον Κλείτο, πριν ακόμη εκείνος αφήσει το παρακάλυμμα της πόρτας απ’ τα χέρια του. Μόλις συνειδητοποίησε τι είχε κάνει, τράβηξε τη λόγχη από το σώμα του Κλείτου και προσπάθησε να τρυπήσει το λαιμό του, αλλά οι σωματοφύλακες τον εμπόδισαν και τον οδήγησαν με τη βία στα διαμερίσματά του. Εκεί πέρασε τη νύχτα θρηνώντας και την επομένη πήγαν κάποιοι να τον ηρεμήσουν. Ο μάντης Αρίστανδρος του θύμισε το όνειρο, που είχε δει και του εξήγησε ότι η μοίρα του Κλείτου ήταν θέλημα των θεών. Μετά προσπάθησε να τον ηρεμήσει ο Καλλισθένης με διάφορες ηθικές θεωρίες, όταν εισέβαλε ο υπερόπτης σοφιστής, Ανάξαρχος: «Αυτός λοιπόν είναι ο Αλέξανδρος, στον οποίο προσβλέπει όλη η οικουμένη; Αυτός, που έχει πέσει κάτω και κλαίει σαν δούλος, επειδή φοβάται τον νόμο και τις κατηγορίες των ανθρώπων; Αυτών των οποίων πρέπει ο ίδιος να είναι Νόμος και να καθορίζει τα δικά τους δίκαια, επειδή νίκησε για να εξουσιάζει και όχι για να είναι δούλος τους και να εξουσιάζεται από μία ανοησία; Δεν ξέρεις Αλέξανδρε, ότι ο Δίας έχει δίπλα του τη Δίκη και τη Θέμιδα, ώστε ό,τι κάνει όποιος έχει την εξουσία να θεωρείται δίκαιο και θεμιτό;».

Η προσέγγιση των Ρωμαίων ιστορικών είναι διαφορετική. Και για τους δύο, το όλο περιστατικό προκλήθηκε από τον κομπασμό του ίδιου του Αλεξάνδρου και όχι από τις κολακείες τρίτων καθώς και την αδυναμία του Κλείτου να ανεχθεί περισσότερους κομπασμούς. Άλλο κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι θέλουν τον Αλέξανδρο τόσο τυφλωμένο από οργή, ώστε να προσβάλλει τον ήδη νεκρό Κλείτο, πριν αντιληφθεί την πράξη του και συνέλθει. Σύμφωνα με την εκδοχή του Κούρτιου, ο Αλέξανδρος αγαπούσε σαν μητέρα την τροφό του και αδελφή του Κλείτου και εμπιστευόταν τον ίδιο τον Κλείτο, που ήταν καταξιωμένος ήδη από τον καιρό του Φιλίππου. Έτσι όταν ο Αρτάβαζος ζήτησε να αποσυρθεί λόγω ηλικίας, ο Αλέξανδρος ανέθεσε τη σατραπεία της Βακτρίας στον Κλείτο. Στο μοιραίο δείπνο ο Αλέξανδρος άρχισε να εκθειάζει τα δικά του κατορθώματα σε βαθμό, που ενόχλησε ακόμη και όσους πίστευαν ότι δεν υπερέβαλλε. Οι μεγαλύτερης ηλικίας Μακεδόνες δυσφορούσαν και, όταν ο Αλέξανδρος άρχισε να μειώνει τα κατορθώματα του Φιλίππου, ο Κλείτος τον προσέβαλε χρησιμοποιώντας τα λόγια του Ευριπίδη. Μετά εξύμνησε τα κατορθώματα του Φιλίππου, μείωσε τις πράξεις του Αλεξάνδρου και τον προσέβαλε με τους φόνους του Παρμενίωνα και του Άτταλου. Όταν χλεύασε και το μαντείο του Δία (Άμμωνα), ο Αλέξανδρος πήδηξε από το ανάκλιντρο, άρπαξε τη λόγχη ενός φρουρού και όρμησε εναντίον του Κλείτου. Οι παριστάμενοι εταίροι τον σταμάτησαν και τον αφόπλισαν, οπότε ο Αλέξανδρος φωνάζοντας ότι κατάντησε σαν τον Δαρείο, διέταξε να σαλπίσουν συναγερμό και βγήκε από την αίθουσα, άρπαξε το δόρυ ενός άλλου φρουρού και γύρισε πίσω. Στο μεταξύ είχαν φύγει όλοι οι καλεσμένοι και τελευταίος είχε μείνει ο Κλείτος. Καθώς έβγαινε, ο Αλέξανδρος, που ενέδρευε στην είσοδο, του κάρφωσε το δόρυ στα πλευρά λέγοντας «Τώρα, πήγαινε να βρεις τον Φίλιππο, τον Παρμενίωνα και τον Άτταλο!».

Μόλις συνειδητοποίησε τι είχε κάνει, τράβηξε το δόρυ από το σώμα του Κλείτου και το στερέωσε στο στήθος του θέλοντας να αυτοκτονήσει. Οι φρουροί του το πήραν και τον μετέφεραν με τη βία στη σκηνή του, όπου οδυρόταν όλο το βράδυ. Έσκιζε με τα νύχια του τα μάγουλά του και παρακαλούσε τους φρουρούς να μην τον αφήσουν να ζήσει με τέτοια καταισχύνη. Θυμήθηκε ότι δεν είχε κάνει τις προβλεπόμενες θυσίες στον Διόνυσο και πίστεψε ότι το έγκλημα, που έγινε σε κατάσταση μέθης, οφειλόταν στην οργή του θεού. Την αυγή ζήτησε να του φέρουν το πτώμα του Κλείτου και άρχισε να θρηνεί για την τραγική μοίρα της Ελλανίκης. Στη συνέχεια οι εταίροι διέταξαν την απομάκρυνση του πτώματος και ο Αλέξανδρος έμεινε κλεισμένος στη σκηνή του επί 3 ημέρες, θρηνώντας και αρνούμενος να φάει. Μόλις οι φρουροί κι οι υπηρέτες διαπίστωσαν ότι πρόθεσή του ήταν να πεθάνει, παρουσιάστηκαν μπροστά του εν σώματι και με τις ικεσίες τους τον μετέπεισαν. Η ψυχολογική του κατάσταση ήταν τόσο άσχημη, ώστε οι Μακεδόνες χρειάστηκε να διακηρύξουν ότι ο φόνος του Κλείτου ήταν δικαιολογημένος και σκόπευαν να αρνηθούν στον νεκρό την κηδεία, αλλά ο Αλέξανδρος διέταξε να τον θάψουν.

Στην τυπικά περιληπτική παραλλαγή του Ιουστίνου ο Αλέξανδρος άρχισε να εξυμνεί τα δικά του κατορθώματα και οι περισσότεροι συνδαιτυμόνες συγκατάνευαν. Ο Κλείτος ανέλαβε να υπερασπισθεί τα επιτεύγματα του Φιλίππου και ενόχλησε τον Αλέξανδρο σε τέτοιο σημείο, ώστε άρπαξε το δόρυ ενός φρουρού και σκότωσε τον Κλείτο. Μετά άρχισε να χλευάζει τον νεκρό και την υπεράσπιση, που έκανε στη στρατιωτική τέχνη του Φιλίππου. Στη συνέχεια μετάνιωσε και προσπάθησε να αυτοκτονήσει, αλλά οι εταίροι τον εμπόδισαν. Αποτελεσματικότερη για την αποκατάσταση της ψυχολογικής του κατάστασης ήταν η παρηγοριά από τον Καλλισθένη, ο οποίος έχαιρε μεγάλης εμπιστοσύνης και είχε αναλάβει τη συγγραφή του χρονικού της εκστρατείας.

 Εν κατακλείδι, είτε ο Αλέξανδρος κομπορρημονούσε, όπως παραδίδουν οι Ρωμαίοι ιστορικοί, είτε επέτρεπε στους αυλοκόλακες να το κάνουν για λογαριασμό του, όπως λένε οι Έλληνες, η ουσία δεν αλλάζει και η εικόνα που προκύπτει είναι συνεπής με την όλη κατάσταση, όπως την περιγράψαμε πιο πάνω. Ο Αλέξανδρος είχε ανάγκη να εξυψώσει τον εαυτό του και να υποβαθμίσει τους Μακεδόνες, διότι πλησίαζε η ώρα της πολιτικής του κρίσης και δεν ήθελε να εμφανισθεί στην εκκλησία των Μακεδόνων ως ελεγχόμενος, αλλά ως αλάθητος ηγέτης ασήμαντων ανδρών, που μόνο υπακούοντάς τον μπορούσαν να αναδειχθούν. Αντίθετα, οι Μακεδόνες σκόπευαν να του θυμίσουν ότι η εξουσία του επ’ αυτών ήταν περιορισμένη, ενώ οι αποφάσεις τους ήταν δεσμευτικές γι’ αυτόν. Ο Κλείτος ανήκε στην παλιά φρουρά, η οποία ασφαλώς ηγείτο της «αντι-Αλεξανδρινής» συσπείρωσης. Λόγω δε των δεσμών του με τον Αλέξανδρο μέσω της Ελλανίκης και του ότι τον είχε σώσει στη μάχη του Γρανικού, μπορούμε να τον φαντασθούμε ως κορυφαίο στέλεχος της συσπείρωσης και, ως εκ τούτου, σεσημασμένο αντιδραστικό στοιχείο. Η αντιδικία του με τον Αλέξανδρο δεν πρέπει να ήταν η πρώτη, ούτε ήταν η πρώτη φορά που μεθούσε ο Αλέξανδρος, ίσως όμως ήταν η πρώτη φορά, που τα πράγματα έφτασαν σε τέτοια οξύτητα, ώστε να ξεφύγουν από κάθε έλεγχο. Ίσως πάλι ο Αλέξανδρος είχε αποφασίσει να απαλλαγεί από τους ατάκτους αξιωματικούς, οπότε το συμπόσιο και η μέθη ήταν κατάλληλη ευκαιρία, ώστε μία προμελετημένη πολιτική δολοφονία να παρουσιασθεί ως φόνος εν βρασμώ ψυχής και υπό την επίρρεια οινοπνεύματος.

Η διήγηση ότι ο Αλέξανδρος προσπάθησε να αυτοκτονήσει με το φονικό όπλο, μόλις συνειδητοποίησε το έγκλημα, είχε θεωρηθεί ως ωραιοποίηση και, όπως τονίζει ο Αρριανός, είχε απορριφθεί ήδη από τους περισσότερους αρχαίους συγγραφείς. Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν αυτό το εφεύρημα είναι των επικοινωνιολόγων της Αυλής, των αυτόκλητων απολογητών ή των ευφάνταστων ιστοριογράφων. Πάντως από τον Αρριανό φαίνεται ότι δεν την περιελάμβαναν ο Πτολεμαίος κι ο Αριστόβουλος. Όσο για την άποψη ότι αρνήθηκε τροφή, επειδή δήθεν ήθελε να πεθάνει αναλογιζόμενος το έγκλημά του, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να τη δεχθούμε, αφού ούτε τον θάνατο του Ηφαιστίωνα δεν πένθησε περισσότερο. Απλώς ο θρήνος ήταν το λιγότερο, που μπορούσε να κάνει. Δηλαδή, ο Αλέξανδρος απαλλάχθηκε από έναν εξαιρετικά σημαντικό αμφισβητία, τρομοκράτησε τους πάντες καταστέλλοντας κάθε αντίδραση για σημαντικό χρονικό διάστημα στο μέλλον, πένθησε επί τριήμερον, εξέφρασε την οδύνη του για το ατυχές συμβάν και συνέχισε την υλοποίηση των προσωπικών του φιλοδοξιών.

Μετά την υπόθεση του Φιλώτα ο Αλέξανδρος είχε χωρίσει το ιππικό των εταίρων σε δύο τμήματα και είχε αναθέσει τη διοίκησή τους στον Ηφαιστίωνα και στον Κλείτο. Το 323 αναφέρεται ρητώς ότι τα δύο τμήματα είχαν ιππάρχες τους Ηφαιστίωνα και Περδίκκα αντίστοιχα και ότι τότε ορίστηκε νέος ιππάρχης σε αντικατάσταση του από ενός έτους νεκρού Ηφαιστίωνα. Λόγω δε των παρατεταμένων εκκαθαριστικών επιχειρήσεων σε εκτεταμένο μέτωπο θα πρέπει να όρισε τον Περδίκκα αντικαταστάτη του Κλείτου αμέσως μετά το φόνο του.
 ·  Translate
1
Add a comment...

odysseas odysseas
owner

Ιστορία  - 
 
 
Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΒΑΒΥΛΩΝΑ)   - Ο Αλέξανδρος, ολοκλήρωσε την ενοποίηση των αυτόνομων ελληνικών πόλεων-κρατών της εποχής, και κατέκτησε σχεδόν όλο τον γνωστό τότε κόσμο (Μικρά Ασία, Περσία Αίγυπτο κλπ), φτάνοντας στις παρυφές της Ινδίας και  επέστρεψε στη Βαβυλώνα όπου άρχισε να οργανώνει τον περίπλου της Αραβίας και την εξερεύνηση των ακτών της Βόρειας Αφρικής. 
 ·  Translate
2
Add a comment...

odysseas odysseas
owner

Ιστορία  - 
 
 
Η όαση βρίσκεται στη δυτική Λιβυκή 'Ερημο στο έδαφος της Αιγύπτου πολύ κοντά στα Λιβυκά σύνορα, 300 χιλ. απο την πόλη Μάρσα Ματρούχ της Αιγυπτου. Ο πληθυσμός της είναι κάτοικοι βερβερικής προέλευσης και μιλάνε βερβέρικα και όχι Αραβικά. Στην όαση κατα τους χρόνους της κυριαρχίας του Μ. Αλεξάνδρου υπήρχε το Μαντείο του 'Αμμωνα Δία, το Αμμώνειον, που επισκέφθηκε ο Μ. Αλέξανδρος να πάρη τον χρησμό απο τους ιερείς το 331 π.Χ. Πιθανολογείται μαλιστα απο αρχαιολογικά ευρήματα, όπως μιας επιγραφής που χρονολογείται μεταξύ 290 και 284π.Χ., οτι ο Μ. Αλέξανδρος ενταφιάσθηκε στην Σίβα. Ο Ηρόδοτος επίσης επισκέφθηκε τη Σίβα τον 5ο αιώνα π.Χ. περίπου και έγραψε μάλιστα για την περίφημη πηγή της Κλεοπάτρας που τα νερά της είναι κρύα την ημέρα και ζεστά τη νύχτα.- Μια αμμοθύελλα κατάπιε τους 50.000 Πέρσες που πήγαιναν στη Σίβα, είπε ο Ηρόδοτος, αλλά κανένας δεν τον πίστεψε. 
 ·  Translate
View original post
1
Add a comment...

odysseas odysseas
owner

Ιστορία  - 
 
Ο Μέγας Αλέξανδρος, οι πρώτοι Χριστιανοί, η Καθολική εκκλησία και μια γνωστή κρύπτη με ένα κρυμμένο μυστικό. Μπορεί ο παρακάτω συσχετισμός ιστορικών γεγονότων και εικασιών να είναι πραγματικός; Σκέψου, έχει το δικαίωμα μια θ...
View original post
2
Add a comment...

odysseas odysseas
owner

Ιστορία  - 
 
 
The LUXURY ARMAMAXA carrying the remains of Alexander the Great.  Η ΠΟΛΥΤΕΛΗΣ ΑΡΜΑΜΑΞΑ ΠΟΥ ΜΕΤΕΦΕΡΕ ΤΗ ΣΟΡΟ ΤΟΥ Μ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ.  Το 321 π.Χ., σχεδόν δύο χρόνια μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, ο Αρριδαίος ολοκλήρωσε την κατασκευή της αρμάμαξας, που θα μετέφερε τη σορό του Αλεξάνδρου από τη Βαβυλώνα στο μαντείο του Άμμωνα, όπως ήταν η επιθυμία του.

Η σαρκοφάγος ήταν από σφυρήλατο χρυσό, τη γέμισαν με αρώματα, για να συντηρείται η μούμια, και τη σφράγισαν με εφαρμοστό χρυσό κάλυμμα. Πάνω της τοποθέτησαν μία...
πολύ ωραία και χρυσοποίκιλτη φοινικίδα (κόκκινη πολεμική σημαία) και δίπλα της τα όπλα του νεκρού. Η αρμάμαξα είχε θολωτή οροφή πλάτους 8 πήχεων (3,7μ) και μήκους 12 πήχεων (5,55μ) με λιθοκόλλητες ψηφίδες. 

Η βάση της καμάρας περιέτρεχε παραλληλόγραμμος θριγκός με ανάγλυφες προτομές τραγελάφων (φανταστικών ζώων), απ’ τις οποίους κρέμονταν χρυσοί κρίκοι διαμέτρου 2 παλαμών (περίπου 14,8 εκατοστών), όπου ήταν περασμένο πομπικό στέμμα στολισμένο μεγαλόπρεπα με όλων των ειδών τα χρώματα. Στις άκρες υπήρχαν δικτυωτά κρόσσια με μεγάλα κουδούνια, για να φτάνει ο ήχος τους πολύ μακρυά. Στις 4 γωνίες της καμάρας στεκόταν από μία χρυσή τροπαιοφόρος Νίκη και η κιονοστοιχία, που στήριζε την καμάρα, ήταν χρυσή με ιωνικού ρυθμού κιονόκρανα.

Στο εσωτερικό του περιστυλίου ήταν προσαρμοσμένοι 4 ζῳοφόροι πίνακες ισομήκεις με τα πλευρά της καμάρας και κρεμόταν χρυσό δίχτυ από νήμα πάχους 1 δακτύλου (1,8 εκατοστών). Η πρώτη ζωφόρος παρίστανε τον Αλέξανδρο πάνω σε άρμα με ένα εξαιρετικό σκήπτρο στο χέρι. Γύρω του ήταν μία ακολουθία πάνοπλων Μακεδόνων και μία άλλη μηλοφόρων Περσών και μπροστά τους υπήρχαν ένοπλοι στρατιώτες. Η δεύτερη ζωφόρος απεικόνιζε τους ελέφαντες της βασιλικής ακολουθίας με πολεμική εξάρτηση και αναβάτες μπροστά Ινδούς πίσω δε Μακεδόνες με τον συνήθη οπλισμό.

Η τρίτη ζωφόρος απεικόνιζε ίλες ιππέων σε σχηματισμό μάχης και η τέταρτη πλοία εξοπλισμένα για ναυμαχία. Δεξιά κι αριστερά από την είσοδο της καμάρας υπήρχαν χρυσοί λέοντες, που κοιτούσαν προς τους εισερχόμενους. Πάνω από την καμάρα και στο μέσο της υπήρχε μία μεγάλη φοινικίς με ένα μεγάλο χρυσό στεφάνι ελιάς, που όπως κυμάτιζε η φοινικίς έλαμπε έντονα σε μεγάλη απόσταση.

Η όλη υπερκατασκευή στηριζόταν σε δύο άξονες με δύο πολυτελείς τροχούς ο καθένας. Κάθε τροχός είχε επίχρυσες ακτίνες και πλαϊνά, ενώ το μέρος της στεφάνης που κυλούσε στο έδαφος ήταν σιδερένιο. Τα άκρα των αξόνων εξείχαν από τους τροχούς, ήταν επίχρυσα και κατέληγαν σε προτομές λεόντων, που κρατούσαν στα δόντια από μία κυνηγετική λόγχη. Ένα ελατήριο στο μέσο του κάθε άξονα τον συνέδεε με την υπερκατασκευή μέσω ενός μηχανικού συστήματος απόσβεσης των κραδασμών από τις ανωμαλίες του δρομολογίου.

Η αρμάμαξα είχε 4 ρυμούς με 4 τετραπλούς ζυγούς, όπου ήταν ζευμένοι συνολικά 64 ημίονοι, διαλεγμένοι για το ανάστημα και τη δύναμή τους. Καθένας τους ήταν στεφανωμένος με επίχρυσο στεφάνι, εκατέρωθεν των σιαγόνων του κρεμόταν από ένα χρυσό κουδούνι και τον τράχηλό τους περιέβαλλε λιθοκόλλητο περιδέραιο. Εκτός από τη στρατιωτική συνοδεία, υπήρχε ένα πλήθος οδοποιών για την εξομάλυνση του δρομολογίου και τεχνιτών για τη συντήρηση και την επισκευή της αρμάμαξας. Η φήμη της προπορευόταν και πολλοί κάτοικοι από τις πόλεις, που πλησίαζε, έτρεχαν να θαυμάσουν τη λαμπρή και πανάκριβη κατασκευή.
 ·  Translate
1 comment on original post
3
Add a comment...

odysseas odysseas
owner

Ιστορία  - 
 
 
Περσέπολη (Persepolis)
(Αρριανός Γ.17, 18, Πλούταρχος Αλέξανδρος 37.1-4, 6, 38, Διόδωρος ΙΖ.67.1, 68-69, 71.1-2, 72, 74.5, Κούρτιο 5.3.17, 23, 4.34, 7.12, 5.5.2, 5-6, 6.9-10, 7.3-11, Ιουστίνος 11.14.11-12, Πολύαινος Δ.3.27)

 Τέλος Δεκεμβρίου του 331 ή αρχές Ιανουαρίου του 330 π.Χ. ο Αλέξανδρος ξεκίνησε από τα Σούσα για την Περσίδα, που ήταν και παραμένει χώρα τραχεία και αραιοκατοικημένη. Μετά από 4 ημερών πορεία έφθασε στον Πασίτιγρη (Καρούν), που διαρρέει την ευφορότατη χώρα των πεδινών Ουξίων, μέσα από την οποία έπρεπε να περάσει, για να φθάσει στην Περσίδα. Οι πεδινοί Ούξιοι ήταν υπήκοοι του Δαρείου και παραδόθηκαν. Οι ορεινοί Ούξιοι δεν ήταν υπήκοοι του Δαρείου και απαίτησαν από τον Αλέξανδρο τα διόδια, που τους κατέβαλλε και ο Μέγας Βασιλεύς, για να του επιτρέψουν να περάσει από τις ορεινές διαβάσεις της χώρας τους.

Εκείνος όμως δεν είχε σκοπό να αφήσει ανεξέλεγκτους αυτόνομους στη αυτοκρατορία, που σχεδίαζε. Τους είπε λοιπόν ειρωνικά να κρατήσουν τις διαβάσεις τους και να περιμένουν την πληρωμή τους. Πήρε τους βασιλικούς σωματοφύλακες, τους υπασπιστές και 8.000 ακόμη άνδρες και ακολούθησε ένα δύσβατο δρομολόγιο, που του υπέδειξαν οδηγοί από τα Σούσα. Το ίδιο βράδυ, την ώρα του ύπνου, προσέβαλε τους οικισμούς τους αποσπώντας πολλή λεία και σκοτώνοντας πολλούς Ούξιους. Όσοι γλίτωσαν κατέφυγαν στα βουνά. Ο Αλέξανδρος συνέχισε την πορεία του προς τα περάσματα, που κρατούσαν οι υπόλοιποι Ούξιοι, αφού προηγουμένως έστειλε τον Κρατερό να καταλάβει τα υψώματα, όπου έκρινε ότι θα κατέφευγαν οι φρουροί των περασμάτων, αν πιέζονταν. Πράγματι αυτοί μόλις είδαν ότι οι δυνάμεις του Αλεξάνδρου, κινούμενες με απροσδόκητη ταχύτητα, είχαν εκμηδενίσει το πλεονέκτημά τους από τη χρήση του εδάφους, τράπηκαν σε φυγή. Δέχθηκαν όμως συνδυασμένα πλήγματα από τον Αλέξανδρο και τον Κρατερό με αποτέλεσμα να χάσουν πάρα πολλούς άνδρες. Θα είχαν εξανδραποδισθεί μάλιστα, όπως γινόταν με όσους αντιστέκονταν, αν δεν μεσολαβούσε στον Αλέξανδρο για λογαριασμό τους η μητέρα του Δαρείου, όπως λέει ο Πτολεμαίος του Λάγου. Τελικά, επειδή οι ορεσίβιοι Ούξιοι ήταν κτηνοτρόφοι και δεν είχαν χρήματα, τους επέβαλε ετήσιο φόρο σε είδος, 100 ίππους, 500 υποζύγια και 30.000 πρόβατα.

Εισβάλλοντας ο Αλέξανδρος στο σημερινό Ιράν, είχε φθάσει στον σκληρό πυρήνα της Περσικής Αυτοκρατορίας. Μέχρι τότε οι χώρες, που καταλάμβανε, κατοικούνταν από εθνότητες υποτελείς στους Πέρσες, που δεν είχαν πατριωτικούς ενδοιασμούς να προτιμήσουν έναν νέο κατακτητή, ο οποίος εμφανιζόταν μάλιστα να σέβεται τα ιερά και όσιά τους περισσότερο από τον παλιό. Έτσι ο Αλέξανδρος μπορούσε να εμφανίζεται περίπου ως απελευθερωτής τους από τον περσικό ζυγό. Τώρα όμως έμπαινε στα εδάφη, όπου κατοικούσε η κυρίαρχη εθνότητα της αυτοκρατορίας. Από εδώ και πέρα θα συναντούσε ισχυρή πατριωτική αντίσταση. Ένα νέο εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα στην προέλαση ήταν η εξεύρεση εφοδίων σε περιβάλλον ξεκάθαρα εχθρικό, σε περιοχές με αντίξοες κλιματολογικές συνθήκες, με κατακερματισμένο και κατά κανόνα άγονο και δύσβατο έδαφος. Εφεξής λοιπόν θα εξεύρισκε προμήθειες κυρίως με λεηλασίες από τις ειδικές ομάδες περισυλλογής εφοδίων («συνεργεία λεηλατών» στη σύγχρονη στρατιωτική ορολογία). Όμως η λύση αυτή έφερνε τους ντόπιους πληθυσμούς σε απόγνωση, που ενίσχυε τον πατριωτισμό τους και τους εξωθούσε σε σθεναρότερη αντίσταση, η οποία με τη σειρά της προκαλούσε σκληρότερη αντιμετώπιση από τον Αλέξανδρο. Το περσικό αίμα, που έχυσε στην πορεία του μέσα από την Περσία δεν έχει ξεχασθεί τελείως. Ως τις μέρες μας οι ελάχιστοι εναπομείναντες ζωροαστριστές Πέρσες θυμούνται το θυελλώδες πέρασμα του «Καταραμένου Αλεξάνδρου», που κατέστρεψε την αυτοκρατορία των προγόνων τους. Οι παλαιότεροι θυμούνται από την παιδική τους ηλικία τις μητέρες τους να τους φοβερίζουν, ότι αν δεν είναι φρόνιμοι θα τους πάρει ο Ισκάντερ.

Αφού υπέταξε τους Ούξιους, έστειλε το θεσσαλικό ιππικό, τους συμμάχους, τους ξένους μισθοφόρους, τους βαρύτερα οπλισμένους και τα σκευοφόρα υπό τον Παρμενίωνα από την αμαξιτή οδό στην Περσίδα. Ο ίδιος με τους πεζούς Μακεδόνες, το εταιρικό ιππικό, τους προδρόμους ιππείς τους τοξότες και τους Αγριάνες πήρε το συντομότερο δρομολόγιο, μέσα από τα βουνά προς τις Περσίδες Πύλες (Τανγκ ι Κας ή κατ’ άλλους το Τανγκ ι Μωχάμεντ Ρεζά). Ο Αριοβαρζάνης (Αρίγια-βαρζάνα), ο γιος του Αρτάβαζου και σατράπης της Περσίδας, είχε κλείσει αυτό το πέρασμα με τείχος και έτοιμος να αποκρούσει τους εισβολείς. Οι Μακεδόνες όρμησαν να καταλάβουν τη διάβαση, όπως είχαν κάνει τόσες φορές πιο πριν, όμως αυτή τη φορά οι υπερασπιστές δεν τράπηκαν σε φυγή. Αντεπιτέθηκαν ξαφνικά ρίχνοντας πάσης φύσεως τοξεύματα, απλά και καταπελτικά, πέτρες και τεράστιους ογκόλιθους μεγέθους άμαξας πάνω στους Μακεδόνες, που παγιδεύτηκαν στο στενό πέρασμα. Οι απώλειες ήταν τεράστιες και ο Αλέξανδρος διέταξε να σαλπίσουν υποχώρηση. Κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να καταλάβει τη διάβαση εξ εφόδου και αναζήτησε τρόπο να την παρακάμψει. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν κι ένας Λύκιος βοσκός, δίγλωσσος στα ελληνικά και περσικά, που γνώριζε πολύ καλά την περιοχή. Ο Αλέξανδρος άφησε στο στρατόπεδο τον Κρατερό επικεφαλής της τάξης του, της τάξης του Μελέαγρου, λίγων τοξοτών και 500 ιππέων. Διέταξε τον Αμύντα, τον Φιλώτα και τον Κοίνο να οδηγήσουν την υπόλοιπη στρατιά στην πεδιάδα και να γεφυρώσουν τον ποταμό Αράξη, ώστε να μην καθυστερήσουν και στο επόμενο φυσικό κώλυμα. Εκείνος οδηγούμενος από τον Λύκιο και με τους υπασπιστές, την τάξη του Περδίκκα, τους Αγριάνες, τη βασιλική ίλη και μία τετραρχία (τέσσερις λόχοι) ιππικού προχώρησε τη νύχτα, μέσα από δύσβατα, ορεινά και χιονισμένα μονοπάτια. Πριν ξημερώσει βρέθηκε πίσω από τις Πύλες και αιφνιδίασε τις φρουρές περιμετρικά του περσικού στρατοπέδου. Εξόντωσε την πρώτη, προξένησε μεγάλες απώλειες στη δεύτερη και έτρεψε σε φυγή την τρίτη φρουρά. Ξημέρωνε πια, όταν επιτέθηκε στο στρατόπεδο του Αριοβαρζάνη, ενώ ταυτόχρονα προσέβαλλε το τείχος ο Κρατερός. Η συνδυασμένη και αιφνιδιαστική επίθεση από δύο πλευρές τρομοκράτησε τους υπερασπιστές του τείχους, το οποίο και εγκατέλειψαν. Τότε οι Πέρσες εγκλωβίσθηκαν και οι περισσότεροι σφαγιάσθηκαν στη μάχη εκ του συστάδην ή σκοτώθηκαν πέφτοντας στους γκρεμούς κατά την πανικόβλητη φυγή τους. Ο Αριοβαρζάνης πρόλαβε να διαφύγει στα βουνά με λίγους ιππείς. Ο Λύκιος πληροφοριοδότης αμείφθηκε με 30 τάλαντα.

Όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς συμφωνούν ότι οι Πέρσες σε όλες τις μάχες αγωνίσθηκαν γενναία και ότι τα μέτωπά τους κατέρρεαν από ανικανότητα ή δειλία της ηγεσίας τους. Μέχρι να φτάσει ο Αλέξανδρος στα Σούσα μπορούσαν να βρεθούν διάφορες δικαιολογίες για τις επιλογές της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης των Περσών, όταν όμως έφτασε στις Πύλες της Περσίας, φάνηκε καθαρά η ανεπάρκειά της. Ο Δαρείος είχε κρυφτεί προ πολλού στα Εκβάτανα, την πρωτεύουσα της Μηδίας, οχυρωμένος πίσω από τους δύσβατους ορεινούς όγκους με τον βαρύ χειμώνα και εγκαταλείποντας στην τύχη τους την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, την κοιτίδα των Περσών και το παγκοσμίως μεγαλύτερο θησαυροφυλάκιο εκείνης της εποχής. Ο διοικητής της Περσίδας συγκέντρωσε όλες του τις δυνάμεις στις Περσίδες Πύλες, διαπράττοντας ακόμη ένα ανεξήγητο λάθος, διότι ούτε άλλη γραμμή άμυνας είχε προετοιμάσει ούτε τα μονοπάτια, που παρέκαμπταν τις πύλες και οδηγούσαν στα νώτα του, είχε εξασφαλίσει. Από την αυστηρά στρατιωτική άποψη η βαρυχειμωνιά και το πολύ χιόνι καθώς κι ότι τα μονοπάτια ήταν άγνωστα στον εισβολέα, τονίζουν την πειθαρχία και την αποτελεσματικότητα του μακεδονικού στρατού, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επαρκής δικαιολογία για την αποτυχία του Αριοβαρζάνη. Ο σατράπης της Περσίδας επέλεξε για τις δυνάμεις του την τύχη των ελληνικών δυνάμεων στις Θερμοπύλες, όταν ο Έλληνας αυτόμολος οδήγησε τις περσικές όπως ο Λύκιος βοσκός τον Αλέξανδρο. Όμως αντίθετα προς τους Έλληνες τότε, οι Πέρσες τώρα αιφνιδιάσθηκαν πλήρως και δεν απέσυραν κανένα τμήμα τους, για να πολεμήσει κάπου αλλού αργότερα. Δεν χωρεί καμία ωραιοποίηση και δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Στη μάχη των Γαυγαμήλων διαλύθηκε ολοκληρωτικά η περσική ανώτατη στρατιωτική διοίκηση και η αντίσταση του Αριοβαρζάνη ήταν μία πατριωτική, αλλά άσχημα οργανωμένη και αναποτελεσματική ενέργεια. Για πολλοστή φορά οι Πέρσες μαχητές επέδειξαν την ανδρεία τους, αλλά οι Πέρσες στρατιωτικοί ηγέτες ήταν υπεύθυνοι για τις απώλειες των ανδρών τους και τη ζημιά στο ηθικό όσων γλύτωσαν, ενώ κατέστρεψαν δυνάμεις, στερώντας τες από τις μελλοντικές αναμετρήσεις. Θα ήταν καλύτερα για τα σατραπικά στρατεύματα να εγκατέλειπαν αμαχητί τις Πύλες και να οπισθοχωρούσαν, για να πολεμήσουν κάπου αλλού οργανωμένοι σωστά. Αντ’ αυτού περιορίστηκαν να προβάλλουν διαρκώς και σε αλλεπάλληλες φάσεις μικρής κλίμακας αντίσταση, η οποία αφενός δεν αναχαίτισε τον Αλέξανδρο και αφετέρου πνίγηκε στο αίμα. Μόλις λίγους μήνες αργότερα οι αγανακτισμένοι Πέρσες πατριώτες θα έθεταν τέλος στην εξουσία και τη ζωή του αναποτελεσματικού Αχαιμενίδη βασιλιά, αλλά τα λάθη και οι παραλείψεις της διοίκησής του είχαν προξενήσει ανεπανόρθωτη ζημία και η αντίστασή τους, απλώς θα καθυστερούσε το μοιραίο. Ο Αλέξανδρος επρόκειτο να θέσει οριστικά τέλος στην αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών.

Με την κατάληψη των Περσίδων Πυλών στα μέσα Ιανουαρίου του 330 ο δρόμος προς την σχεδόν άγνωστη στους Έλληνες πρωτεύουσα των Αχαιμενιδών ήταν ανοιχτός. Ο Αλέξανδρος πέρασε γρήγορα τον ποταμό Αράξη (Κύρο), που είχαν γεφυρώσει οι Αμύντας, Φιλώτας και Κοίνος. Προήλαυνε γρήγορα, για να μην προλάβουν οι φρουροί της Περσέπολης να φύγουν με το Δημόσιο Ταμείο. Κατά τον Διόδωρο καθώς ο Αλέξανδρος προέλαυνε, ο κυβερνήτης της Περσέπολης, Τιριδάτης, του έστειλε επιστολή και τον πληροφορούσε ότι ο Δαρείος έστελνε δυνάμεις, για να την υπερασπισθούν. Αν όμως προλάβαινε εκείνος να φτάσει πρώτος, θα παραλάμβανε την πρωτεύουσα χωρίς αντίσταση. Αν ο Δαρείος πράγματι ήθελε να στείλει υπερασπιστές στην Περσέπολη, είναι απορίας άξιο, γιατί δεν το έπραξε νωρίτερα. Ο Τιριδάτης, βέβαια, ήλπιζε ότι η προθυμία του θα αμειβόταν με τη συνήθη γενναιοδωρία του Αλεξάνδρου, εκείνος όμως είχε προαποφασίσει την ολοσχερή καταστροφή της. Κατά τον Κούρτιο ο Τιριδάτης προσκάλεσε τον Αλέξανδρο να μπει στην πόλη, πριν τη λεηλατήσουν οι κάτοικοί της, εκδοχή που φαίνεται λογικότερη από εκείνη του Διόδωρου.

Καθ’ οδόν προς την Περσέπολη συνάντησε 800 εκτοπισμένους Έλληνες μεγάλης ηλικίας, που ήταν επιστήμονες, τεχνίτες και γενικά υψηλής μόρφωσης άτομα. Τους είχαν εκτοπίσει από τις μακρυνές πατρίδες τους οι προηγούμενοι Πέρσες βασιλιάδες και τους είχαν ακρωτηριάσει όλα τα μέλη του σώματος εκτός από εκείνα, που ήταν απαραίτητα για την άσκηση της επιστήμης ή της τέχνης τους. Το οικτρό θέαμά τους προκάλεσε την αγανάκτηση όλης της στρατιάς, που απαίτησε εκδίκηση, και ο Αλέξανδρος δεσμεύθηκε να τους στείλει πίσω στις πατρίδες τους. Όμως εκείνοι σκέφτηκαν ότι θα καλύτερα ως ομοιοπαθούντες να παραμείνουν όλοι μαζί, αντί να διασκορπιστούν μετά από τόσα χρόνια εξορίας στις πατρίδες τους, όπου θα προκαλούσαν οίκτο και φρίκη με την εμφάνισή τους. Ο Αλέξανδρος συμφώνησε, τους έδωσε από 3.000 δραχμές, 5 ανδρικές και 5 γυναικείες ενδυμασίες, 2 ζεύγη βοδιών, 50 πρόβατα, 50 μεδίμνους (περίπου 2.592 λίτρα) πυρών, τους απάλλαξε από κάθε βασιλικό φόρο και διέταξε τους τοπικούς άρχοντες να φροντίζουν ώστε να μην τους αδικήσει κανείς.

Σχετικά με αυτό το περιστατικό και συμπληρωματικά προς τις προβληματικές αναφορές για τους Γορτυαίους των Γαυγαμήλων και τους Βοιωτούς της Σιττακηνής πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Ηρόδοτος κάνει λόγο για Ερετριείς, τους οποίους εκτόπισαν οι Πέρσες το 490 μετά τη μάχη του Μαραθώνα και τους εγκατέστησαν στην Αρδερίκκη περί τα 210 στάδια (39 χμ) από τα Σούσα, δηλαδή πράγματι πάνω στο δρομολόγιο του Αλεξάνδρου, όπου λέγεται ότι τους συνάντησαν κι άλλοι Έλληνες δύο αιώνες μετά τον Αλέξανδρο. Όμως βάζει σε σκέψεις ο παραδιδόμενος ο ακρωτηριασμός αυτών, που λογικά θα ήταν απόγονοι των Ελλήνων που είχαν εκτοπιστεί 159 χρόνια νωρίτερα. Επίσης οι Ερετριείς του Ηρόδοτου είχαν εγκατασταθεί μεν σε περιοχή την οποία διέσχισε ο Αλέξανδρος, αλλά κατήγοντο όλοι από την ίδια πόλη σε αντίθεση προς τους ακρωτηριασμένους, που κατήγοντο από διαφορετικές πόλεις. Τέλος οι «προηγούμενοι Πέρσες βασιλιάδες» δεν μπορεί να ήταν άλλοι από τον Αρσή και τον Αρταξέρξη τον Ώχο, αφού οι τιμωρημένοι από τους Δαρείο και Ξέρξη των περσικών πολέμων, θα είχαν πεθάνει από γεράματα. Μένει λοιπόν να υποθέσουμε ότι η ευρύτερη εκείνη περιοχή χρησιμοποιήθηκε από τους Πέρσες ως τόπος εξορίας Ελλήνων αντικαθεστωτικών, αν και υπάρχει το ενδεχόμενο οι ακρωτηριασμένοι Έλληνες να είναι μύθευμα με βάση τους εξόριστους Ερετριείς και τη διακήρυξη του Αλεξάνδρου ότι ήθελε να εκδικηθεί την περσική εισβολή.

Στις Πασαργάδες (Μουργκάμπ) ο Αλέξανδρος πήρε τα χρήματα από το θησαυρό του Κύρου Α΄. Λίγες μέρες αργότερα, στα τέλη Ιανουαρίου ή αρχές Φεβρουαρίου του 330 π.Χ. προελαύνοντας επί της Βασιλικής Οδού μπήκε στην Περσέπολη και αμέσως παρέλαβε το θησαυροφυλάκιο. Οι θησαυροί του Κύρου κατά τον Αρριανό βρίσκονταν στις Πασαργάδες. Κατά τον Διόδωρο βρίσκονταν στην Περσέπολη και ήταν το έσχατο αποθεματικό ταμείο, όπου από τον καιρό του ιδρυτή της αυτοκρατορίας είχε συσσωρευτεί χρυσός και άργυρος συνολικής αξίας 120.000 αργυρών ταλάντων. Επιπλέον αυτού του ποσού στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του Μεγάλου Βασιλέως βρέθηκε το προσωπικό του ταμείο με 8.000 τάλαντα. Ο Αλέξανδρος για να τα μεταφέρει, διέταξε να φέρουν από τα Σούσα, τη Βαβυλώνα και τη Μεσοποταμία πολλά μουλάρια για φόρτωμα ή έλξη αμαξών καθώς και 3.000 καμήλες. Κατά τον Πλούταρχο ο θησαυρός της Περσέπολης ήταν όσος και των Σούσων (40.000 αργυρά τάλαντα) και για τη μεταφορά του χρειάσθηκαν 10.000 ζεύγη μουλαριών και 5.000 καμήλες. Κατά τον Κούρτιο κατασχέθηκαν 6.000 τάλαντα στις Πασαργάδες και 120.000 τάλαντα στην Περσέπολη. Μετά ο Αλέξανδρος διέταξε τη στρατιά του να λεηλατήσει την πόλη, εξαιρώντας τα ανάκτορα. Οι άντρες σφαγιάσθηκαν, οι γυναίκες σύρθηκαν στην αιχμαλωσία και ο πλούτος της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας διαρπάχτηκε. Στην έξαψη της πλεονεξίας τους οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου έκοβαν τα λάφυρα σε κομμάτια, για να τα μοιρασθούν, ενώ κάποιοι δεν δίστασαν να σκοτώσουν τους συμπολεμιστές τους, για να τους αρπάξουν τη λεία. Τέτοια ήταν η λεηλασία, που υπέστη η πλουσιότερη πόλη στον τότε κόσμο, ώστε τα κινητά ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών ήταν εντελώς ασήμαντα. Τα λάφυρα, που επισήμως μοιράσθηκαν στους στρατιώτες ως αμοιβή, ήταν συνολικής αξίας 13.000 ταλάντων, ενώ όσα άρπαξαν μόνοι τους, ήταν πολύ μεγαλύτερης αξίας. Ο Αλέξανδρος μετέφερε μέρος του θησαυρού στα Σούσα για φύλαξη και τον υπόλοιπο τον πήρε μαζί του για τη χρηματοδότηση των πολεμικών επιχειρήσεων.

Στη διάρκεια ενός συμποσίου η ερωμένη του Πτολεμαίου του Λάγου, η Αθηναία εταίρα Θαΐς, ζήτησε από τον Αλέξανδρο να την αφήσει να πυρπολήσει τα περσικά ανάκτορα. Υποστήριξε ότι η σωστή εκδίκηση θα ήταν να πυρποληθεί ο οίκος του Ξέρξη από μία κάτοικο της πόλης, που είχε πυρπολήσει εκείνος. Απευθυνόταν σε νεαρούς αξιωματικούς, που μόλις είχαν συντρίψει την μοναδική υπερδύναμη της εποχής και βρίσκονταν ήδη σε κατάσταση ευθυμίας. Δεν δυσκολεύτηκε λοιπόν να τους πείσει και σε λίγο οι συνδαιτυμόνες συνοδευόμενοι από τις αυλητρίδες, τις ορχηστρίδες και κρατώντας δάδες στα χέρια κατευθύνονταν στα ανάκτορα. Ο Αλέξανδρος και η Θαΐς έριξαν τις πρώτες δάδες και όλοι οι παρευρισκόμενοι πίστεψαν ότι ο Αλέξανδρος με την πυρπόληση των ανακτόρων έδειχνε την πρόθεσή του να γυρίσει στην πατρίδα.

Αυτή είναι αναμφίβολα μία βολική για την υστεροφημία του Αλεξάνδρου εκδοχή, την οποία προφανώς κατασκεύασαν οι γνωστοί επικοινωνιολόγοι και παραδίδουν μερικοί ιστορικοί. Ο Πλούταρχος αναγνωρίζει ως ενδεχόμενο, ο Αλέξανδρος να είχε προαποφασίσει την πυρπόληση των ανακτόρων, αλλά ισχυρίζεται ότι τελικά μετάνιωσε και προσπάθησε να σβήσει τη φωτιά. Ο Κούρτιος δεν βρίσκει πρόθεση, αλλά αποδίδει τον εμπρησμό στη μέθη και προσθέτει ότι ο Αλέξανδρος μόλις συνήλθε την επομένη, μετάνιωσε. Αντίθετα, ο Αρριανός, ο οποίος συχνά χαρακτηρίζεται ως απολογητής του Αλεξάνδρου, δεν ασχολείται με προφάσεις και δεν αναγνωρίζει ελαφρυντικά. Είναι κατηγορηματικός ότι ο Αλέξανδρος είχε πρόθεση να πυρπολήσει τα ανάκτορα, ενέργεια την οποία χαρακτηρίζει εσφαλμένη. Ο Παρμενίων προσπάθησε να τον αποτρέψει λέγοντας ότι δεν θα κατέστρεφε ξένη περιουσία, αλλά τη δική του και ότι παράλληλα θα έδειχνε σε όλους τους ασιάτες ότι δεν αποτελούσε διάδοχη πολιτική κατάσταση, αλλά ήταν ένας άπληστος επιδρομέας. Όμως ο Αλέξανδρος ήταν αμετάπειστος και έλεγε ότι θα πυρπολούσε τα ανάκτορα, για να εκδικηθεί τους Πέρσες, που εισέβαλαν στην Ελλάδα, κατέσκαψαν την Αθήνα, πυρπόλησαν τα ιερά και προκάλεσαν τόσες συμφορές στους Έλληνες.

Καταστρέφοντας ολοσχερώς την Περσέπολη δήλωνε σε όλους ότι η δυναστεία των Αχαιμενιδών και η κοσμοκρατορία των Περσών είχε λάβει τέλος. Όλοι οι λαοί της πρώην αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών είχαν νέο ηγέτη, αποδεδειγμένα ισχυρότερο από τον προηγούμενο και προς το συμφέρον τους να επιδιώξουν την εύνοια και όχι την οργή του. Στους στρατιώτες του έδωσε την ευκαιρία να προσπορισθούν ασύλληπτα πλούτη. Αυτά αποτελούσαν μία επιπλέον ανταμοιβή για τους μέχρι τότε κόπους τους και υπόσχεση για ακόμη μεγαλύτερες απολαβές στο μέλλον. Στους Έλληνες ειδικά δήλωνε με εντυπωσιακό τρόπο ότι εξετέλεσε τις εντολές του Κοινού Συνεδρίου τους και τιμώρησε τους Πέρσες για τις καταστροφές και ιεροσυλίες, που είχαν διαπράξει κατά την εισβολή του Ξέρξη.

Σύμφωνα με τα πολεμικά ήθη και η σημειολογία της εποχής μετά βίας μπορούμε να θεωρήσουμε τα παραπάνω ως επαρκείς λόγους για τη λεηλασία της Περσέπολης, ενώ η πυρπόληση των ανακτόρων ήταν αδικαιολόγητος βανδαλισμός και ακατανόητη απόφαση. Οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου ήταν ήδη καλοπληρωμένοι και δεν προβλεπόταν έλλειψη χρημάτων για τις μελλοντικές αμοιβές τους, εντούτοις τους ενθάρρυνε να ικανοποιήσουν την πλεονεξία τους. Τις συνέπειες αυτού του λάθους θα αντιμετώπιζε αργότερα σε μεγαλύτερη έκταση, όταν οι αξιωματούχοι του θα αγνοούσαν τις διαταγές του για χρηστή διοίκηση των κατακτημένων λαών και θα επιδίδονταν στην ικανοποίηση των ταπεινότερων ένστικτων τους. Ανεξάρτητα απ’ αυτά, η κατάληψη και καταστροφή της Περσέπολης αποτελεί σημαντικότατο ορόσημο για τις επόμενες εξελίξεις. Οι Πέρσες τιμωρήθηκαν, τα πατρογονικά τους εδάφη κατακτήθηκαν, η πρωτεύουσά τους καταστράφηκε, η εντολή του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων υλοποιήθηκε και σύντομα οι αποφάσεις του Αλεξάνδρου θα αφορούν πλέον μόνο τους υπηκόους του βασιλείου του, τους Μακεδόνες. Ο Δαρείος βέβαια δεν είχε συλληφθεί ακόμη και αποτελούσε εν δυνάμει κίνδυνο, όμως ο χρόνος είχε αρχίσει να μετρά αντίστροφα για τον Αλέξανδρο. Πλησίαζε γρήγορα το τέλος της ανοχής των συμμάχων, αλλά και των ίδιων των Μακεδόνων στις αποφάσεις του.

Το μοναδικό δρομολόγιο, που οδηγούσε από την Περσέπολη στη Μηδία και τα Εκβάτανα (Χαγκματάνα, το σημερινό Χαμαντάν), ήταν η Βασιλική Οδός και περνούσε από τη διάβαση Ντέχ-Μπίντ, που βρίσκεται σε υψόμετρο 2.700μ και συνήθως παραμένει αποκλεισμένη από χιόνια και πάγους σε μήκος πολλών χιλιομέτρων ως τον Απρίλιο. Μετά τη διάβαση Ντέχ-Μπίντ εκτεινόταν η Γαβιηνή από τα Ασπάδανα (Ισφαχάν) ως τα Εκβάτανα, που έχει τον βαρύτερο χειμώνα όλης της Περσίας. Οι ορεινές διαβάσεις εκεί κλείνουν από χιόνια και πάγους, που συχνά ξεπερνάνε σε ύψος τα 3 μέτρα, ενώ ακόμη και το Μάρτιο το ύψος τους δεν είναι μικρότερο από  ένα μέτρο. Ο Δαρείος προστατευμένος από αυτήν την απρόσβλητη φυσική οχύρωση, ξεχειμώνιαζε ασφαλής στα Εκβάτανα με όσο στρατό του παρέμενε πιστός. Είχε αποφασίσει να παραμείνει στη Μηδία παρακολουθώντας τις κινήσεις του Αλεξάνδρου. Αν εκείνος προήλαυνε εναντίον του, θα υποχωρούσε μέσα από την Παρθυαία και την Υρκανία ως τα Βάκτρα, εφαρμόζοντας την τακτική της καμένης γης, ώστε να ανακόψει την προέλασή του. Για να αυξήσει την ευελιξία και την ταχύτητά του, είχε στείλει το χαρέμι και τα υπάρχοντά του με τις αρμάμαξες (κλειστές άμαξες) στις νότιες Κάσπιες Πύλες.

Δεν γνωρίζουμε πότε πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος ότι ο Δαρείος βρισκόταν στα Εκβάτανα, αλλά όσο νωρίς κι αν συνέβη αυτό, δεν μπορούσε να κινηθεί νωρίτερα απ’ όσο πράγματι έπραξε. Ο λόγος, που δεν επέστρεψε από την Περσέπολη στα Σούσα για να προελάσει από εκεί προς τα Εκβάτανα, είναι ότι ήδη είχε απορροφήσει τα εφόδια από την περιοχή προελαύνοντας προς την Περσίδα, οπότε δεν θα μπορούσε να υπολογίζει σε δυνατότητα ανεφοδιασμού του κατά την επάνοδο, πολύ περισσότερο αν συνυπολογίσουμε και την επιβάρυνση, που είχαν προκαλέσει στα αποθέματα και την παραγωγή, οι κινήσεις των περσικών στρατευμάτων. Ο Αλέξανδρος παρέμεινε στην Περσέπολη επί 4 μήνες, μέχρι να περάσει ο βαρύς χειμώνας του περσικού υψιπέδου και να πλησιάσει ο Ιούνιος, στις αρχές του οποίου άρχιζε η συγκομιδή στο Ζάγκρο. Λογικά, η πυρπόληση των ανακτόρων της Περσέπολης πρέπει να έγινε λίγο πριν την αναχώρηση της στρατιάς για τη Μηδία, αν και κάποιοι τεκμαίρουν από τα αρχαιολογικά ευρήματα ότι η πυρπόληση έγινε ταυτόχρονα με τη λεηλασία.

 
 ·  Translate
1
Add a comment...

odysseas odysseas
owner

Ιστορία  - 
 
 
Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΤΥΡΟΥ

Η πολιορκία της Τύρου
(Αρριανός Β.24., Γ.6., Διόδωρος ΙΖ.40.4-5, ΙΖ.41.1-3, 42.1, 5-6, 43.3-4, 46.4-5, Κούρτιος 4.2.7-8, 15, 5.9, 3.8, 4.15-17, 4.19, Ιώσηπος ΙΑ.325)

 Ανέκαθεν οι Τύριοι αντιμετώπιζαν από τους Έλληνες τον σημαντικότερο οικονομικό ανταγωνισμό και η θέση τους δεν θα ήταν καθόλου προνομιούχα σε μία ελληνική αυτοκρατορία. Επιπλέον, όπως και πολλοί άλλοι, πίστευαν ότι τελικά θα νικούσαν οι Πέρσες. Είχαν εμπιστοσύνη στην οχυρή θέση της πόλης τους, διέθεταν πολλές μηχανές και μπορούσαν να κατασκευάσουν ακόμη περισσότερες, διότι είχαν πολλούς μηχανοποιούς. Αποφάσισαν λοιπόν να αντισταθούν αποβλέποντας σε ακόμη πιο διευρυμένα προνόμια από την περσική διοίκηση, που μετά την προσδοκώμενη νίκη της θα αντάμειβε τους πιστούς υποτελείς και θα τιμωρούσε τους καιροσκόπους. Μάλιστα σε μία επίδειξη αλαζονείας, σκότωσαν και πέταξαν έξω από τα τείχη τους κήρυκες, που είχε στείλει ο Αλέξανδρος, για να ζητήσουν την παράδοση της πόλης. Ο Κούρτιος εδώ μάλλον χρησιμοποιεί ρητορική ανακρίβεια, για να σπιλώσει του Τυρίους ως μη σεβόμενους την ασυλία των κηρύκων και να εμφανίσει τη σφαγή, που ακολούθησε την άλωση ως προϊόν δίκαιας αγανάκτησης των Μακεδόνων. Κατά τον Αρριανό το περιστατικό αυτό αφορούσε ναυτικούς, που έρχονταν δια θαλάσσης από τη Σιδώνα.

Απ’ την άλλη πλευρά η κατάκτηση της Τύρου ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνέχιση της πορείας του Αλεξάνδρου. Οι πόλεις της Καρίας, που εξακολουθούσαν να αντιστέκονται, είχαν περσική διοίκηση, αντίθετα η Τύρος είχε φοινικική διοίκηση, που είτε αποφάσισε να μείνει πιστή στους Πέρσες, είτε να καιροσκοπήσει. Δεν ήταν κάποια περιθωριακή πόλη, που λίγοι την γνώριζαν και κανείς δεν θα ενδιαφερόταν για την τύχη της. Αντίθετα, είχε μεγάλη οικονομική και ναυτική δύναμη, ήταν ο Ηγεμών της Φοινίκης και αν ο Αλέξανδρος την άφηνε ανυπότακτη, θα έδειχνε αδυναμία και θα ενθάρρυνε τους μεν κατακτημένους να εξεγερθούν, τους δε υπό περσική κυριαρχία, να αντισταθούν. Δύο βολικά όνειρα, που είδε ο Αλέξανδρος, βοήθησαν να πεισθούν όλοι οι επιτελείς του και να αρχίσει η πολιορκία της Τύρου.

Η νέα πόλη της Τύρου ήταν χτισμένη πάνω σε ένα νησί σε απόσταση από τη στεριά περί τα 4 στάδια (περίπου 750 μ), είχε δύο λιμάνια και προστατευόταν από ψηλά τείχη. Το τμήμα του στόλου της, που δεν είχε ακολουθήσει τον Φαρνάβαζο στο Αιγαίο, αποτελούνταν από 80 τριήρεις, όσες είχαν όλοι οι υπόλοιποι Φοίνικες μαζί. Οι Μακεδόνες διέθεταν λίγα κυρίως βοηθητικά πλοία και δεν μπορούσαν να επιβάλουν ναυτικό αποκλεισμό. Έτσι επέλεξαν να κάνουν πρόσχωση σε έναν ελώδη πορθμό, που ήταν ρηχός στην ακτή και είχε βάθος 3 οργιών (περίπου 5 μ) στην πλευρά του νησιού. Κατεδάφισαν την παλιά πόλη της Τύρου, που βρισκόταν στην ηπειρωτική ακτή, και με τα υλικά της άρχισαν να κατασκευάζουν πρόσχωση πλάτους 2 πλέθρων (περίπου 60 μ), ώστε να φτάσουν μπροστά στα τείχη της νέας πόλης. Για την κατασκευή επιστρατεύθηκε ολόκληρος ο πληθυσμός των γύρω πόλεων και οι εργασίες προχωρούσαν γρήγορα. Ο Αλέξανδρος επέβλεπε προσωπικά τις εργασίες και έκανε δωρεές σε όσους εργάζονταν σκληρότερα. Όσο δούλευαν κοντά στην ακτή, τα πράγματα πήγαιναν ομαλά και οι Τύριοι διασκέδαζαν με τις μακεδονικές «ανοησίες». Όταν όμως η πρόσχωση προχώρησε στα βαθιά και πλησίασε στα τείχη, οι Τύριοι έπαψαν να διασκεδάζουν. Έβαλαν στα μικρότερα πλοία τοξότες, σφενδονήτες, οξυβελείς και λιθοβόλους καταπέλτες κι έπλητταν τους εργαζόμενους στην πρόσχωση προξενώντας απώλειες στο προσωπικό και εμποδίζοντας τις εργασίες.

Τότε οι Μακεδόνες έστησαν δύο ξύλινους πύργους με δερμάτινα παραπετάσματα, που προστάτευαν από τα τοξεύματα τις μηχανές και τους εργαζόμενους και κρατούσαν σε απόσταση τις τριήρεις των Τυρίων. Ως αντίμετρο οι πολυμήχανοι Φοίνικες έφτιαξαν ένα πυρπολικό σκάφος. Φόρτωσαν ένα ιππαγωγό πλοίο με εύφλεκτα υλικά και πολλές δάδες, μόλις βρήκαν κατάλληλο άνεμο, το ρυμούλκησαν με δύο τριήρεις, του έβαλαν φωτιά και το έρριξαν στην πρόσχωση. Οι δύο ξύλινοι πύργοι τυλίχθηκαν στις φλόγες και τα πληρώματα των δύο τριήρων με τα βέλη τους εμπόδιζαν την κατάσβεση. Μερικοί Φοίνικες επιβάται μπήκαν σε μικρές βάρκες, περικύκλωσαν το εργοτάξιο, έσπασαν τον χάρακα, που το περιέβαλλε, και έκαψαν όσες μηχανές γλίτωσαν από το πυρπολικό. Ο Αλέξανδρος διέταξε να αυξήσουν το πλάτος της πρόσχωσης, για να χωράει περισσότερους πύργους, και οι μηχανοποιοί του έφτιαξαν καινούργιες πολεμικές μηχανές.

Είχε φτάσει στη Τύρο μόνο με χερσαίες δυνάμεις και διαπιστώνοντας ότι δεν ήταν εύκολη η πολιορκία της χωρίς ναυτικό, γύρισε στη Σιδώνα με τους υπασπιστές και τους Αγριάνες, για να πάρει τα πλοία του. Εκεί τον συνάντησαν οι βασιλείς της Αράδου και της Βύβλου, που μετά την παράδοση των πόλεών τους αυτομόλησαν από τον περσικό στόλο με τα 80 πλοία τους. Έφτασαν και 3 τριήρεις από τους Σόλους και τον Μαλλό, 10 από τη Λυκία και μία πεντηκόντορος από τη Μακεδονία. Κατέπλευσαν επίσης οι βασιλείς της Κύπρου με 120 πλοία καθώς και 10 τριήρεις από τη Ρόδο με επικεφαλής την Περίπολο (το ροδιακό αντίστοιχο της αθηναϊκής Σαλαμινίας). Το πλούσιο νησί της Ρόδου διέθετε έναν από τους ισχυρότερους ελληνικούς στόλους και είχε κατορθώσει να κάνει την ουδετερότητά της σεβαστή από Έλληνες και Πέρσες. Όμως, τα νέα διεθνή δεδομένα, της επέβαλλαν να επανεξετάσει αν την συνέφερε η ουδετερότητα ή η συμμαχία με τον Αλέξανδρο. Αν είναι ακριβής η πληροφορία του Κούρτιου ότι η Ρόδος παραδόθηκε μετά την άλωση της Τύρου, τότε ο υπό την Περίπολο στολίσκος πρέπει να μετέφερε τους Ρόδιους πρέσβεις, που βολιδοσκόπησαν από κοντά τα πράγματα και τελικά έκαναν τη συμφωνία. Δεν είναι δε καθόλου απίθανο αυτή η αποστολή να μετέφερε και τα δώρα των Ροδίων προς τον Αλέξανδρο.

Τώρα πια όλη η ακτογραμμή της Μεσογείου απ’ το Αιγαίο ως τη Φοινίκη είχε καταληφθεί από τον Αλέξανδρο, οι φοινικικοί στόλοι (εκτός από τον τυριακό) είχαν αυτομολήσει, ο περσικός στόλος στην ανατολική Μεσόγειο έχασε περισσότερα από 200 πλοία και η δύναμή του περιορίσθηκε σε λιγότερο από το μισό. Αντίθετα ο Αλέξανδρος απέκτησε στόλο άνω των 250 πλοίων, εκτός από τον στόλο του Αντίπατρου στο Αιγαίο και του Αμφοτερού στον Ελλήσποντο. Ο αντιπερισπασμός στο Αιγαίο, τον οποίο είχε ξεκινήσει ο Μέμνων, είχε ουσιαστικά αποτύχει, η ανακατάληψη των νησιών (Τενέδου, Λέσβου, Χίου, Κω και Κρήτης) ήταν ζήτημα λίγων μηνών και ο στρατηγικός σχεδιασμό του Αλεξάνδρου «να νικήσει από τη στεριά τον περσικό στόλο» επιβεβαιωνόταν πανηγυρικά. Κάποιοι ασφαλώς θα διαπίστωσαν ότι ο Αλέξανδρος ήξερε να ερμηνεύει σωστά τα θεϊκά σημάδια.

Από την Κύπρο και τη Φοινίκη είχαν μαζευτεί στη Σιδώνα πολλοί μηχανοποιοί, οι οποίοι κατασκεύαζαν ένα μεγάλο αριθμό πολιορκητικών μηχανών. Όσο κατασκευάζονταν οι μηχανές και ετοιμαζόταν ο στόλος, για να τις μεταφέρει στην Τύρο, ο Αλέξανδρος με τους τοξότες και τους Αγριάνες υπέταξε τους Άραβες του Αντιλιβάνου. Κάτι ανάλογο είχε κάνει και στην Κιλικία. Και στις δύο περιπτώσεις το στράτευμα είχε υποχρεωθεί να παραμείνει αδρανές στο κύριο μέτωπο, τότε μέχρι να φτάσει ο Δαρείος στην Κιλικία και τώρα μέχρι να ετοιμαστεί η πρόσχωση και οι πολιορκητικές μηχανές στην Τύρο. Ο Αλέξανδρος άνοιξε και στις δύο περιπτώσεις δευτερεύον μέτωπο με περιορισμένη διάρκεια, για να μην αφήσει ανεκμετάλλευτο το χρόνο και για να δείξει ότι διατηρούσε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Επιστρέφοντας από τον Αντιλίβανο στη Σιδώνα βρήκε τον Κλέανδρο του Πολεμοκράτη, που είχε φτάσει από την Πελοπόννησο με 4.000 Έλληνες μισθοφόρους.

Η πρόσχωση πλησίαζε στο νησί της νέας Τύρου, όταν φύσηξε δυνατός άνεμος και κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της. Τότε σύμφωνα με τον Διόδωρο οι Μακεδόνες έφεραν «από τα βουνά υπερμεγέθη δένδρα» (προφανώς κέδρους του Λιβάνου) και, όπως ήταν ολόκληρα με τα κλαδιά τους, τα έμπηξαν στα πλάγια της πρόσχωσης, για να την προστατέψουν από την ορμή των κυμάτων. Κατά τον Κούρτιο ο Αλέξανδρος διέταξε να κατασκευάσουν τη δεύτερη προβλήτα με κατεύθυνση προς τον άνεμο, ώστε να μην είναι εκτεθειμένα τα πλευρά της. Οι Τύριοι για να ενισχύσουν την ασφάλειά τους στην πλευρά της πρόσχωσης, μέσα από το τείχος και σε απόσταση 10 πήχεων (περίπου 4,5 μ) από αυτό έχτισαν δεύτερο τείχος και γέμισαν το ενδιάμεσο κενό με πέτρες και χώμα.

Όταν ετοιμάσθηκαν οι μηχανές, ο Αλέξανδρος τις φόρτωσε στα ιππαγωγά πλοία και απέπλευσε για την Τύρο με το στόλο έτοιμο για ναυμαχία. Είχε επιβιβάσει ως επιβάτες, όσους υπασπιστές έκρινε κατάλληλους για μάχη καταστρώματος, και είχε αναλάβει τη διοίκηση του δεξιού (προς την ανοιχτή θάλασσα) τμήματος της παράταξης. Μαζί του είχε όλους τους βασιλείς των Φοινίκων και των Κυπρίων εκτός από τον Πνυταγόρα. Ο Κρατερός και ο Πνυταγόρας είχαν τη διοίκηση του αριστερού τμήματος της παράταξης. Οι Τύριοι ήταν αποφασισμένοι να ναυμαχήσουν, αλλά βλέποντας απέναντί τους όλο τον υπόλοιπο φοινικικό και ολόκληρο τον κυπριακό στόλο, αιφνιδιάστηκαν και υποχώρησαν. Απέσυραν τα πλοία τους στα λιμάνια τους και με τριήρεις έφραξαν τις εισόδους τους. Ο Αλέξανδρος έβγαλε το στόλο του στη παραλία κοντά στην πρόσχωση, στο πιο απάνεμο σημείο.

Την επόμενη μέρα ο Κύπριος ναύαρχος Ανδρόμαχος επιτέθηκε στο λιμάνι της Τύρου, που έβλεπε στη Σιδώνα, και οι Φοίνικες στο άλλο λιμάνι, που έβλεπε στην Αίγυπτο. Αυτοί καθήλωσαν τις τριήρεις των Τυρίων μάσα στα λιμάνια και άλλες τριήρεις προσπάθησαν να αγκυροβολήσουν δίπλα στα τείχη, για να τα προσβάλουν με τις μηχανές που μετέφεραν. Τα τείχη ήταν κατασκευασμένα από μεγάλες πέτρες συγκολλημένες με γύψο και στο σημείο της πρόσχωσης το ύψος τους ήταν 150 πόδια (περίπου 45 μ). Οι Τύριοι είχαν στήσει πύργους στις επάλξεις προς την πρόσχωση, απ’ όπου έβαλλαν απλά βέλη κατά του προσωπικού και πυρφόρα κατά των πλοίων και των μηχανών. Τα μηχανοφόρα πλοία δεν μπορούσαν να πλησιάσουν τα τείχη, διότι οι πολιορκημένοι εκτόξευαν ογκόλιθους, που έπεφταν στη θάλασσα και δημιουργούσαν ένα σύμπλεγμα τεχνητών υφάλων, εμποδίζοντας την προσέγγισή τους. Επιπλέον οι Τύριοι δύτες έκοβαν τα αγκυρόσκοινα των πλοίων, που δεν μπορούσαν να σταθεροποιηθούν, για να χρησιμοποιήσουν τις μηχανές. Τα πλοία του Αλεξάνδρου αναγκάστηκαν να αντικαταστήσουν τα αγκυρόσκοινα με αλυσίδες, αλλά η απομάκρυνση των ογκόλιθων ήταν δύσκολο να γίνει από τα ίδια τα πλοία, τα οποία βάλλονταν συνεχώς. Τελικά τους απομάκρυναν με θηλιές από την πρόσχωση και με τις μηχανές τους εκτόξευαν στα ανοιχτά, ώστε να μην εμποδίζουν. Όπου δεν υπήρχαν ογκόλιθοι στη θάλασσα, τα πλοία του Αλεξάνδρου άρχισαν να πλησιάζουν στα τείχη.

Τότε οι Τύριοι επιτέθηκαν στα Κυπριακά πλοία, που απέκλειαν το λιμάνι προς τη Σιδώνα. Με 3 πεντήρεις, 3 τετρήρεις και 7 τριήρεις έκαναν έξοδο την ώρα του μεσημεριανού συσσιτίου, πέτυχαν στον αιφνιδιασμό και βύθισαν την πεντήρη του βασιλιά Πνυταγόρα και άλλες δύο. Ο Αλέξανδρος, που έτυχε να βρίσκεται στο αγκυροβόλιο, μπήκε σε μία πεντήρη και οδήγησε όσα πλοία επανδρώθηκαν γρηγορότερα κατά των Τυρίων. Αυτοί μόλις τον αντιλήφθηκαν, στράφηκαν προς το λιμάνι, όμως τα περισσότερα πλοία εμβολίσθηκαν και βυθίσθηκαν, μία τριήρης και μία τετρήρης κατελήφθησαν και πολύ λίγα γλίτωσαν. Τα πληρώματα των Τυρίων δεν είχαν απώλειες, διότι εγκατέλειψαν τα πλοία και κατέφυγαν κολυμπώντας στο λιμάνι.

Το ναυτικό των Τυρίων είχε εξουδετερωθεί και οι πολιορκητικές μηχανές άρχισαν να προσβάλλουν το τείχος ταυτόχρονα από την πρόσχωση και από τα μηχανοφόρα πλοία. Τόσο το ανατολικό τμήμα του τείχους (στην πλευρά της πρόσχωσης) όσο και το βόρειο (στην πλευρά της Σιδώνας) αποδείχθηκαν πολύ ισχυρά και οι μηχανές δεν κατάφεραν τίποτα. Σ΄ αυτήν την πολιορκία εκτός από τα συνήθη αντίμετρα χρησιμοποιήθηκαν και κάποια άλλα, χαρακτηριστικά της επινοητικότητας των Τυρίων ή του Διόδωρου και του Κούρτιου. Ο Αλέξανδρος τότε περιέπλευσε το νότιο τμήμα του τείχους, όπου εντόπισε κάποιο λιγότερο ισχυρό σημείο και οι μηχανές κατάφεραν να το κλονίσουν. Όμως παρότι γκρεμίστηκε ένα τμήμα του σε μήκος ενός πλέθρου (περίπου 29,5 μ), οι Τύριοι με έναν καταιγισμό από βέλη απέκρουσαν εύκολα τους Μακεδόνες. Τις επόμενες δύο ημέρες τα μηχανοφόρα δεν μπόρεσαν να πλησιάσουν στα τείχη λόγω του ισχυρού ανέμου και οι Τύριοι πρόλαβαν να ανοικοδομήσουν πρόχειρα το κατεστραμμένο τμήμα. Την τρίτη ημέρα ο άνεμος έπεσε και τα μηχανοφόρα άρχισαν και πάλι να προσβάλλουν το τείχος. Μόλις δημιούργησαν ρήγμα, αποσύρθηκαν και πλησίασαν δύο γεφυροφόρα πλοία. Στο ένα επέβαιναν πεζέταιροι με επικεφαλής τον Κοίνο και στο άλλο υπασπιστές με επικεφαλής τον Άδμητο. Στο γεφυροφόρο των υπασπιστών επέβαινε και ο Αλέξανδρος, που ήθελε να σκαρφαλώσει και ο ίδιος στο τείχος. Μερικές τριήρεις επιτέθηκαν στα λιμάνια, για να εμποδίσουν έξοδο του τυριακού στόλου, και άλλες είχαν αναπτυχθεί γύρω από το τείχος με σφενδονήτες, τοξότες και καταπέλτες. Αυτή τη φορά οι μεν Τύριοι προσβάλλονταν με όλα τα μέσα σε όλο το μήκος της οχύρωσής τους οι δε Μακεδόνες για πρώτη φορά έβρισκαν πρόσβαση στα τείχη. Στο σημείο, όπου πολεμούσε ο Αλέξανδρος, απώθησαν τους υπερασπιστές των τειχών και κατέλαβαν πύργους και μεταπύργια. Από εκεί άρχισαν να προχωρούν προς τα ανάκτορα και την πόλη. Οι Φοίνικες έσπασαν τα κλεῖθρα του νότιου λιμανιού και μπήκαν μέσα. Άλλα εχθρικά πλοία τα κατέστρεψαν με λιθοβόλους καταπέλτες και άλλα ρίχνοντάς τα στη στεριά. Οι Κύπριοι μπήκαν στο λιμάνι προς τη Σιδώνα, που δεν είχε κλεῖθρα, και κατέλαβαν εκείνο το τμήμα της πόλης.

Όταν οι Τύριοι είδαν το τείχος και τα λιμάνια τους να κυριεύονται, υποχώρησαν και ανασυντάχθηκαν για να αμυνθούν στο Αγηνόριο. Ακολούθησε σφαγή, κατά την οποία σκοτώθηκαν περί τις 8.000 Τύριοι κατά τον Αρριανό ή 6.000 κατά τον Κούρτιο. Γλίτωσαν οι άρχοντες, ο βασιλιάς Αζέμλικος και μερικοί Καρχηδόνιοι πρέσβεις, που πρόλαβαν να καταφύγουν στο ναό του Μέλκαρθ (του φοινικικού ανάλογου του Ηρακλή). Στην τελική έφοδο σκοτώθηκε ο υπασπιστής Άδμητος, που πάτησε πρώτος το τείχος, και 20 ακόμη υπασπιστές. Σε όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων αυτών σκοτώθηκαν συνολικά περί τους 400 Μακεδόνες.

Από τις περιγραφές της πολιορκίας προκύπτει ότι το μεγαλύτερο διάστημα της πολιορκίας αναλώθηκε στην κατασκευή της πρόσχωσης, η οποία τελικά δεν χρησίμευσε σε τίποτα, αφού οι πολιορκητικές μηχανές δεν μπόρεσαν να κλονίσουν εκείνο το σημείο του τείχους. Από τη στιγμή, που τέθηκαν υπό τις διαταγές του Αλεξάνδρου οι στόλοι των Φοινίκων και των Κυπρίων, χρειάσθηκαν μόνο λίγες ημέρες, για να αλωθεί η Τύρος. Χωρίς αυτόν το στόλο δεν ήταν δυνατό να προσβληθεί από θαλάσσης το πιο ευπρόσβλητο τμήμα του τείχους και η πολιορκία θα διαρκούσε για άγνωστο διάστημα, μέχρι να εξαντληθούν τα εφόδια των Τυρίων. Ο Αλέξανδρος είχε οργισθεί πολύ με τους Τυρίους και τους τιμώρησε πολύ σκληρά, διότι τον καθήλωσαν επί 7 μήνες και προσέφεραν ανεκτίμητη υπηρεσία στο Δαρείο, ο οποίος στο μεταξύ διενεργούσε μεγάλης κλίμακας επιστράτευση. Όμως η γενναιότητα και η θυσία τους πήγαν χαμένες, διότι παρά την άριστη προπαρασκευή του, ο Δαρείος επρόκειτο να νικηθεί και πάλι.

Η πολιορκία της Τύρου άρχισε τον αττικό μήνα Ποσειδεώνα (δηλαδή μεταξύ 16ης Δεκεμβρίου 333 και 15ης Ιανουαρίου του 332) διήρκεσε 7 μήνες κατά τον Αρριανό και τον Ιώσηπο ή 6 μήνες κατά τον Κούρτιο και αλώθηκε τον μήνα Εκατομβαιώνα (16 Ιουλίου – 15 Αυγούστου του 332 π.Χ.), όταν επώνυμος άρχοντας στην Αθήνα ήταν ο Νικήτας. Αν ο Πλούταρχος είναι ακριβής όταν λέει ότι η άλωση έγινε την τελευταία η μέρα του μήνα, τότε η Τύρος έπεσε περί την 15η Αυγούστου του 332 π.Χ. Μετά την άλωση οι επιζήσαντες τιμωρήθηκαν παραδειγματικά, περίπου 2.000 αιχμάλωτοι απαγχονίσθηκαν ή σταυρώθηκαν στην παραλία και 30.000 γυναικόπαιδα εξανδραποδίσθηκαν. Ο Κούρτιος λέει ότι εν ονόματι του Αγήνορα, του κοινού ιδρυτή των δύο πόλεων, οι Σιδώνιοι φυγάδευσαν με τα πλοία τους περί τους 15.000 Τυρίους. Όμως ο ισχυρισμός δεν φαίνεται να ευσταθεί διότι ο αριθμός είναι πολύ μεγάλος, ώστε να μην έγινε αντιληπτή η φυγάδευση, που οπωσδήποτε θα προκαλούσε την οργή του Αλεξάνδρου προς τους συμμάχους του Σιδωνίους. Αν πράγματι επιβιβάσθηκαν στα σιδωνιακά πλοία Τύριοι, το πιθανότερο είναι να αποτελούσαν το μερίδιο των Σιδωνίων από τα ανδράποδα.
Ο Αλέξανδρος γιόρτασε τη νίκη με θυσίες, γυμνικούς αγώνες και λαμπαδηδρομία. Αφιέρωσε στο ναό του Μελκάρθ τη μηχανή, που γκρέμισε το τείχος, και το ιερό πλοίο του Μελκάρθ, που είχε καταληφθεί κατά την πολιορκία. Στο ιερό πλοίο έγραψε ένα επίγραμμα, αλλά ο Αρριανός το έκρινε ανάξιο μνείας και δεν θέλησε να το καταγράψει.

Η μακεδονική Διοικητική Μέριμνα αντεπεξήλθε με επιτυχία στην πολιορκία της Τύρου. Η σίτιση και υδροδότηση ολόκληρου του στρατού και του νέου μεγάλου στόλου καθώς και των πληθυσμών από τις γύρω πόλεις, που επιστρατεύθηκαν για την επιχωμάτωση, συνιστούσαν ένα τιτάνιο έργο, το σημαντικότερο μέχρι εκείνη τη στιγμή. Αναλαμβάνοντας τη σατραπεία της Συρίας ο Αρίμμας επιφορτιζόταν με ένα νέο πολύ σημαντικό έργο Διοικητικής Μέριμνας, έπρεπε να προετοιμάσει τα αναγκαία για την προέλαση στο εσωτερικό της Ασίας, μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου.

  
 ·  Translate
1
Add a comment...

odysseas odysseas
owner

Ιστορία  - 
 
 
Ο ΓΟΡΔΙΟΣ ΔΕΣΜΟΣ.Την άνοιξη του 333 π.Χ. έφτασε στην πόλη Γόρδιο. Εκεί υπήρχε ένα αμάξι με έναν πολύπλοκο κόμπο, ο γνωστός ως Γόρδιος δεσμός. Κατά την παράδοση όποιος τον έλυνε, θα γινόταν κύριος όλης της Ασίας. Ο Αλέξανδρος χωρίς αμφιταλαντεύσεις έκοψε με το ξίφος του τον άλυτο αυτό κόμπο θέλοντας να δείξει έτσι πως με το σπαθί του θα κατακτήσει την Ασία. 
 ·  Translate
1
Add a comment...

odysseas odysseas
owner

Ιστορία  - 
 
 
 
Η καταστροφή της Θήβας
(Αρριανός Α.7-10, Διόδωρος 1Ζ.8-14, 15.1-5, 16.4, 17.1, Πλούταρχος Αλέξανδρος 11-13, 31.8, Δημοσθένης 14.2, 20. 4-5, 23.3-4, Ιουστίνος 11.2-5.5)

 Ενώ ο Δαρείος επιχειρούσε κατά της Αιγύπτου και απείχε μόλις λίγους μήνες από την υποταγή της, οι επιτυχίες του Αλεξάνδρου στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια επιβεβαίωναν τους φόβους των Περσών ότι παρά τη δολοφονία του Φιλίππου ο μακεδονικός κίνδυνος δεν είχε αποσοβηθεί και η αχαιμενιδική διπλωματία άρχισε να χρησιμοποιεί ένα-ένα τα αντίμετρα, που διέθετε. Οι πρέσβεις του Μεγάλου Βασιλέως με τα 300 τάλαντα αναζητούσαν στην Ελλάδα συμμάχους δικούς τους και εχθρούς του Αλεξάνδρου. Οι Αθηναίοι δεν δέχθηκαν να εξαγορασθούν, αλλά ο Δημοσθένης για πολλοστή φορά δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη δωροληψία, πόσο μάλλον που τώρα μπορούσε να προφασισθεί ευγενείς σκοπούς και ανώτερα ιδανικά. Πήρε λοιπόν 70 τάλαντα και οι Σπαρτιάτες πήραν τα υπόλοιπα 230. Σύμφωνα μάλιστα με τον Ιουστίνο, ο Δημοσθένης, «που είχε δωροδοκηθεί από τους Πέρσες με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό», ισχυριζόταν ότι οι Τριβαλλοί είχαν εξοντώσει τον Αλέξανδρο και όλο του το στράτευμα και, για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, παρουσίασε στην Εκκλησία των Αθηναίων κάποιον, που δήλωσε ότι τραυματίσθηκε στη μάχη όπου σκοτώθηκε κι ο Αλέξανδρος.

Μέσα στη γενικότερη σύγχυση κάποιοι ακραίοι φιλοπέρσες Θηβαίοι εξόριστοι μπήκαν νύχτα στην πόλη. Λόγω των άριστων σχέσεων των Θηβαίων με την Αυλή της Περσέπολης, και της δραστήριας ανάμιξης του Δημοσθένη, δηλαδή της φιλοπερσικής (ή αντιμακεδονικής) παράταξης των Αθηνών, είναι μάλλον βέβαιο ότι κινήθηκαν με παρότρυνση των Περσών. Στην Εκκλησία των Θηβαίων εν ονόματι των πολύπαθων ιδεωδών της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας ξεσήκωσαν το θηβαϊκό λαό σε εξέγερση, διαβεβαιώνοντας ότι ο Αλέξανδρος είχε σκοτωθεί στις κλεισούρες της Ιλλυρίας. Οι Θηβαίοι πείσθηκαν πρόθυμα, εξεγέρθηκαν και απέκλεισαν τη μακεδονική φρουρά στην Καδμεία, την ακρόπολη των Θηβών κατασκευάζοντας γύρω της διπλό χάρακα (φράχτη).

Τα γεγονότα της Θήβας θεωρήθηκαν από τους Αρκάδες, Ηλείους, Αργείους και Αιτωλούς ως ευκαιρία, για να εξεγερθούν και ο συνεργάτης των Περσών, Δημοσθένης, έστειλε στη Θήβα πολλές πανοπλίες, τις οποίες αγόρασε με το περσικό χρυσάφι. Η εξοπλιστική δαπάνη ήταν δυσβάσταχτη, αφού τηρουμένων των αναλογιών οι πολεμικοί εξοπλισμοί στην αρχαιότητα ήταν εξίσου δαπανηροί με τους σημερινούς. Η κατάσταση ήταν πλέον πολύ σοβαρή για τον Αλέξανδρο.

Οι Αθηναίοι δεν είχαν ξεχάσει τις ηγεμονικές φιλοδοξίες τους, αν και για κάποιον άγνωστο λόγο απέρριψαν την προσφορά του Δαρείου. Άραγε έκριναν τα 300 τάλαντα ως ανεπαρκή για τη χρηματοδότηση πολεμικών επιχειρήσεων; Οι Σπαρτιάτες ποτέ δεν είχαν αναγνωρίσει την Μακεδονική Ηγεμονία και συνεπώς δεν είχαν συμβατική υποχρέωση να την σεβαστούν. Η εξέγερση των Θηβαίων είχε ως πρώτο στόχο την απελευθέρωση των Θηβών και ως απώτερο σκοπό την επανάκτηση της Ηγεμονίας της Ελλάδος. Τα ήδη εξεγερμένα κράτη μπορούσαν να παρασύρουν κι άλλα, οπότε η σύμπηξη αντιμακεδονικών συμμαχιών θα ήταν αυτόματη και η κατάσταση θα ξέφευγε από τον έλεγχο των Μακεδόνων. Ευτυχώς όμως για τον Αλέξανδρο, οι Αθηναίοι επέλεξαν την τακτική του καιροσκοπισμού, η οποία συνήθως χαρακτήριζε τους Σπαρτιάτες. Έτσι η Θήβα απέμεινε η μόνη επικίνδυνη εστία εξέγερσης.

Ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε τα καθέκαστα και, αμέσως μόλις νίκησε τους Ιλλυριούς, στράφηκε προς Νότο. Μάλιστα φέρεται να είπε ότι ο Δημοσθένης, που τον αποκαλούσε παιδί όταν επιχειρούσε στη Θράκη και μειράκιον (παιδαρέλι) όταν διέσχιζε τη Θεσσαλία, μπροστά στα τείχη της Θήβας θα διαπίστωνε ότι ήταν άντρας. Επειδή οι Θηβαίοι δεν αποστατούσαν μόνο από τη Μακεδονική Ηγεμονία, αλλά και από το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων, πήρε μαζί του όλο το στράτευμα του Κοινού Συνεδρίου. Διέσχισε την Εορδαία και την Ελιμιώτιδα, πέρασε από τα όρια της Τυμφαίας (όλα αυτά ήταν κρατίδια της Άνω Μακεδονίας) και της Παρυαίας και σε μία εβδομάδα βρισκόταν στην Πέλιννα της Θεσσαλίας. Έξι ημέρες μετά μπήκε στην Βοιωτία, ενώ οι Θηβαίοι αντιλήφθηκαν ότι «είχε περάσει τις Θερμοπύλες» μόνον όταν έφτασε στον Ογχηστό, περί τα 20 χμ έξω από τη Θήβα. Συνολικά διήνυσε πολύ περισσότερα από 600 χμ σε 13 ημέρες, δηλαδή κινήθηκε με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από 46 χμ ανά ημέρα. Η κίνησή του αυτή ήταν τόσο ταχεία, ώστε αρκετοί Θηβαίοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν, πως ήταν ο βασιλιάς Αλέξανδρος με τα στρατεύματα, που είχε πάρει μαζί του στον Βορρά. Έλεγαν λοιπόν ότι είναι άλλα στρατεύματα με επικεφαλής άλλον Αλέξανδρο, τον Λυγκηστή γιο του Αερόπου.

Εκ πρώτης όψεως η άμυνα της Θήβας οργανώθηκε υποδειγματικά, σύμφωνα με τους κανονισμούς θα έλεγε κανείς. Τα στρατεύματα, ιππείς και πεζοί, βρίσκονταν σε διασπορά γύρω από την πόλη και κάλυπταν μία σειρά από κωλύματα (τάφρους και χάρακες) που δημιουργούσαν τουλάχιστον δύο γραμμές άμυνας. Τα τείχη θα αποτελούσαν την έσχατη γραμμή άμυνας και για το λόγο αυτό τα είχαν επανδρώσει με μέτοικους, φυγάδες και απελευθερωμένους δούλους, δηλαδή τους πιο απαίδευτους στα πολεμικά θέματα. Όλοι οι ικανοί και έμπειροι πολεμιστές βρίσκονταν εκτός των τειχών για την καθοριστική μάχη.

Ο Αλέξανδρος γενικά απέφευγε να συγκρουστεί ανοιχτά με τα ισχυρά κράτη του νότου και προτιμούσε να τα υποχρεώνει σε υπακοή δια του εκφοβισμού. Αν συγκρουόταν μαζί τους θα έπρεπε να ικανοποιήσει τις ηθικές και οικονομικές απαιτήσεις των Μακεδόνων και των συμμάχων τους, βλάπτοντας ηθικά και οικονομικά τους απείθαρχους. Επιπλέον θα προκαλούσε και θα υφίστατο απώλειες σε ανθρώπινους πόρους, που ήταν χρήσιμοι για την υλοποίηση του οράματός του, την κατάλυση της Περσικής αυτοκρατορίας. Έτσι, μπροστά στα τείχη της Θήβας ανέπτυξε τις δυνάμεις του, αλλά δεν προχώρησε αμέσως σε επίθεση. Άφησε το περιθώριο στους πιο συνετούς να μεταπείσουν την Εκκλησία των Θηβαίων και να δώσουν αναίμακτο τέρμα στην εξέγερση. Φαίνεται ότι ήθελε να φερθεί στους Θηβαίους, όπως τους είχε φερθεί κι ο Φίλιππος μετά τη μάχη της Χαιρώνειας.

Για να τους βοηθήσει περισσότερο και να κάνει σαφείς τις συμφιλιωτικές του προθέσεις, διακήρυξε ότι ζητούσε να του παραδώσουν μόνο τους δύο πρωταίτιους της εξέγερσης, τον Προθύτη και το Φοίνικα, και ότι σε όλους τους άλλους χορηγούσε αμνηστία, για να απολαύσουν την «κοινή ειρήνη μεταξύ των Ελλήνων». Τότε οι Θηβαίοι νομίζοντας ότι ήταν ίσοι ή ισοδύναμοι ζήτησαν από τον Αλέξανδρο να τους παραδώσει τον Φιλώτα και τον Αντίπατρο και κάλεσαν όποιον από τους συμμάχους του ήθελε, να συστρατευθεί μαζί τους, για να ελευθερώσουν την Ελλάδα από τον τύραννό της με τη βοήθεια του Μεγάλου Βασιλέως. Δηλαδή οι ευεργέτες του Πέρση βασιλιά, οι ενθουσιώδεις συνεργάτες των Περσών στους περσικούς πολέμους, προσφέρθηκαν με τη βοήθεια του Πέρση βασιλιά να … ελευθερώσουν την Ελλάδα! Επιπλέον αποκάλεσαν τύραννο τον Ηγεμόνα της Ελλάδος, λες κι εκείνοι ούτε τα άλλα βοιωτικά κράτη καταδυνάστευαν συστηματικά, ούτε Ηγεμόνες της Ελλάδος υπήρξαν ποτέ. Καλούσαν δηλαδή τους μεν στρατιώτες των κρατών-μελών του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων να στασιάσουν και να αρνηθούν να πολεμήσουν κατά των Περσών, τα δε κράτη προέλευσής τους να εγκαταλείψουν την προοπτική επέκτασης στην Ασία και να ξαναβυθιστούν στο τέλμα της κοινωνικής και οικονομικής ύφεσης, που χαρακτήρισε την Ελλάδα κατά τη Θηβαϊκή Ηγεμονία. Ο Αλέξανδρος μόνο μετά από αυτήν τη βαριά προσβολή φέρεται να άρχισε τις τελικές ετοιμασίες για την πολιορκία και τη συναρμολόγηση των πολιορκητικών μηχανών.

Τα παραπάνω είναι η εκδοχή των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων της «λαϊκής παράδοσης», ωστόσο η πιο λογική και πιστευτή εκδοχή είναι εκείνη του Πτολεμαίου, την οποία καταγράφει ο Αρριανός. Ο Αλέξανδρος δεν ήθελε να επιτεθεί για τους λόγους, που αναφέραμε και οι δύο στρατοί παρέμειναν για μερικές ημέρες παρατεταγμένοι ο ένας απέναντι στον άλλο αλλά αδρανείς. Ίσως μάλιστα ο Αλέξανδρος να προσδοκούσε και σε κάποια παρέμβαση τρίτων, για να λήξει αναίμακτα η υπόθεση. Όταν το θηβαϊκό ιππικό υποστηριζόμενο από αρκετούς ψιλούς, προσέβαλε τις προφυλακές των Μακεδόνων και σκότωσε μερικούς, ο Αλέξανδρος περιορίσθηκε να μετακινήσει τις δυνάμεις του παράλληλα προς τα τείχη της Θήβας και να στρατοπεδεύσει κοντά στην αποκλεισμένη μακεδονική φρουρά στην Καδμεία. Ο Περδίκκας (του οποίου οι φιλοδοξίες φάνηκαν καθαρά μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου) όντας στρατοπεδάρχης επιτέθηκε με την τάξη του, γκρέμισε τον πρώτο χάρακα και συγκρούσθηκε με την Θηβαϊκή προφυλακή. Ο γκρεμισμένος χάρακας ενθάρρυνε και τον Αμύντα του Ανδρομένη να ακολουθήσει με τη δική του τάξη , όμως οι Θηβαίοι ξεπέρασαν γρήγορα τον αρχικό τους αιφνιδιασμό και καθήλωσαν τους Μακεδόνες στο δεύτερο χάρακα, τραυμάτισαν δε σοβαρά τον Περδίκκα, που μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο σε πολύ κακή κατάσταση. Βλέποντας τις δύο τάξεις της φάλαγγας να καταπονούνται στριμωγμένες ανάμεσα στους δύο χάρακες κι επειδή τα δύο διαδοχικά κωλύματα δεν ευνοούσαν τις κινήσεις της φάλαγγας και του ιππικού, ο Αλέξανδρος έστειλε τους τοξότες και τους Αγριάνες ακοντιστές να καλύψουν την υποχώρηση των δύο τάξεων. Οι ψιλοί στην αρχή απώθησαν και καταδίωξαν τους Θηβαίους, οι οποίοι με μία αιφνιδιαστική και ορμητική αναστροφή έτρεψαν σε φυγή τους διώκτες τους και τους υποχρέωσαν να αναζητήσουν καταφύγιο έξω από τους χάρακες, στο μακεδονικό άγημα και τους βασιλικούς υπασπιστές.

Το γεγονός ότι οι άντρες του Περδίκκα γκρέμισαν με τόση ευκολία τον πρώτο χάρακα και ότι μόλις στον δεύτερο συνάντησαν σοβαρή αντίσταση, αποτελεί σαφέστατη ένδειξη του αιφνιδιασμού που προκάλεσε η αυθαίρετη ενέργειά του. Ακριβώς επειδή οι κυρίως δυνάμεις του Αλεξάνδρου δεν έδειχναν πρόθεση εμπλοκής, οι Θηβαίοι είχαν την πεποίθηση ότι επρόκειτο για μία ακόμη αψιμαχία. Ίσως πρέπει να συνεκτιμήσουμε την γενικά ανεπιτυχή πολεμική δράση των Θηβαίων από τη μάχη των Λεύκτρων (371) και μετά και ειδικά κατά των Φωκέων στον εννεαετή Ιερό πόλεμο (354-345), για να δικαιολογήσουμε το γιατί, αφού απέκρουσαν τους Μακεδόνες, διέλυσαν την παράταξή τους και όρμησαν σε καταδίωξή τους. Εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι αυτό ήταν το μοιραίο τακτικό σφάλμα τους.

Η απερισκεψία του Περδίκκα παρ’ ολίγο να του στοιχίσει τη ζωή, όπως τη στοίχισε στον αρχηγό των τοξοτών Κλέανδρο και σε άγνωστο αριθμό άλλων στρατιωτικών, αλλά η σημαντικότερη ζημία ήταν ότι δύο τάξεις της φάλαγγας, οι τοξότες και οι Αγριάνες τράπηκαν σε φυγή από τους Θηβαίους, που ούτως ή άλλως δεν είχαν δώσει σημάδια συνδιαλλαγής και τώρα πια θα είχαν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ένα λόγο παραπάνω να αρνηθούν κάθε συζήτηση. Έχοντας υπόψη αυτά και μη θέλοντας να διακυβεύσει το γόητρό του ο Αλέξανδρος έρριξε στη μάχη όλο το υπόλοιπο στράτευμα.

Όπως ήταν απόλυτα φυσιολογικό, οι διασκορπισμένοι Θηβαίοι δεν μπόρεσαν να προβάλουν αντίσταση στους συντεταγμένους Μακεδόνες και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Εγκατέλειψαν την πρώτη γραμμή άμυνας, έσπευσαν μαζικά στις διόδους των κωλυμάτων της δεύτερης γραμμής, διωκόμενοι κατά πόδας και ο αιφνιδιασμός μετατράπηκε σε πανικό με αποτέλεσμα οι ιππείς να ποδοπατούν τους πεζούς και να επιτείνουν τον πανικό. Κάθε σκέψη να επανδρώσουν τις άλλες γραμμές άμυνας εγκαταλείφθηκε και οι Θηβαίοι έσπευσαν να κλειστούν στα τείχη, αλλά εξαιτίας της αλλοφροσύνης δεν πρόλαβαν να κλείσουν τις πύλες. Το θηβαϊκό ιππικό αφού μπήκε στην πόλη, διέφυγε στην πεδιάδα από κάποια άλλη πύλη, διότι απλώς μπορούσε να αποφύγει το επερχόμενο μοιραίο. Δηλαδή οι διάσημοι Θηβαίοι ιππείς συμπεριφέρθηκαν σαν να είχαν ηττηθεί σε κάποιο μακρυνό πεδίο μάχης και δεν λογάριασαν ότι εγκατέλειπαν απροστάτευτη την πατρίδα τους και τις οικογένειές τους, ενώ λίγο νωρίτερα ήθελαν να απελευθερώσουν ολόκληρη την Ελλάδα από τον «τύραννο». Οι Μακεδόνες και οι σύμμαχοί τους, αφού σάρωσαν με ανέλπιστη ευκολία τις αμυντικές γραμμές των Θηβαίων, εισέβαλαν ανεμπόδιστοι στην πόλη. Οι 6.000 νεκροί Θηβαίοι κατά την άλωση έναντι των 500 Μακεδόνων σε όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων δείχνουν τη σκληρότητα της σφαγής, που ακολούθησε.

Όσον αφορά στην αμιγώς στρατιωτική επιχείρηση, το γεγονός ότι η στρατιά του Αλεξάνδρου έφτασε σε απόσταση 20 χμ από τη Θήβα, χωρίς προηγουμένως να γίνει αντιληπτή, σημαίνει ότι κανένα κράτος μεταξύ Μακεδονίας και Θήβας δεν συμπαθούσε τους Θηβαίους και την εξέγερσή τους, ώστε να τους ενημερώσει για τη θέση της στρατιάς. Επίσης σημαίνει ότι οι Θηβαίοι δεν είχαν ούτε άμεση ούτε έμμεση πρόσβαση στα ημεροσκοπεία επί βοιωτικού εδάφους. Δηλαδή εξεγέρθηκαν χωρίς την απαραίτητη οργάνωση στον κρισιμότερο απ’ όλους τους στρατιωτικούς τομείς, τις πληροφορίες, είναι δε γνωστό ότι η κακή στρατιωτική οργάνωση σε καμία περίπτωση δεν αντισταθμίζεται από τον ηρωισμό και την αποφασιστικότητα. Εν ολίγοις οι Θηβαίοι στρατιωτικοί ηγήτορες με την εντυπωσιακή ανεπάρκειά τους κατέστησαν διακοσμητικές όλες τις προετοιμασίες, πράγμα που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν σε θέση να αποκρούσουν την επίθεση ενός εχθρού αποφασισμένου να κυριεύσει την πόλη τους. Ίσως διότι μέχρι εκείνη τη στιγμή η πόλη τους δεν ανήκε σ’ εκείνες, που κινδύνευαν πραγματικά από πολιορκία. Οι πολιτικοί των Θηβών φέρουν κάποιες ευθύνες, τις οποίες όμως δεν δικαιούμαστε να μεγαλοποιήσουμε, αφού οι αποφάσεις ήταν συλλογικές. Οι στρατευμένοι πολίτες, εφόσον δεν προέβαλαν συντεταγμένη αντίσταση στο πεδίο της μάχης και αρχικά εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, είναι αδιάφορο αν τελικά έπεσαν ηρωικά ή εκλιπαρώντας για τη ζωή τους. Είναι λοιπόν προφανής η προχειρότητα της στρατιωτικής προετοιμασίας, αυταπόδεικτη δε και βαρύτατη η ευθύνη του Δημοσθένη και των άλλων συνεργατών των Περσών για τη μοίρα της Θήβας.

Μετά την άλωση ο Αλέξανδρος συγκάλεσε σύσκεψη για την τύχη της Θήβας. Ο Διόδωρος λέει ότι «αφού συγκέντρωσε τους συνέδρους των Ελλήνων ανέθεσε στο Κοινό Συνέδριο [να αποφασίσει] πώς να χειριστεί την πόλη των Θηβαίων», είναι λοιπόν σαφής ότι παρέπεμψε το θέμα στο Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων. Φυσικά, οι Σύνεδροι δεν ακολουθούσαν τη στρατιά κι ο Διόδωρος φαίνεται μάλλον να εννοεί ότι το θέμα παραπέμφθηκε σε συνεδρίαση των Ελλήνων στρατηγών από τα κράτη μέλη του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Αντίθετα, ο Αρριανός λέει ότι «ανέθεσε στους συμμάχους του να ρυθμίσουν τα της Θήβας κι αυτοί διαμοίρασαν μεταξύ τους τη γη των Θηβαίων» και συνεπώς περιορίζει τη σύσκεψη κατά κύριο λόγο στους Βοιωτούς γείτονες των Θηβαίων. Σ’ αυτήν την περίπτωση πρέπει να συμπεράνουμε χωρίς καμία αμφιβολία ότι ο Αλέξανδρος επεδίωκε τη σκληρότερη δυνατή απόφαση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κατά την εκδοχή του Διόδωρου η τύχη των Θηβαίων θα ήταν πολύ διαφορετική. Αρκετά γειτονικά κράτη μισούσαν τους Θηβαίος για την αλαζονεία τους ως Ηγεμόνες της Βοιωτίας, πολύ πριν γίνουν Ηγεμόνες της Ελλάδος, και τελικά εύκολα έπεισαν και τους άλλους συνέδρους να πάρουν μία εκδικητική απόφαση. Σ’ αυτήν τη συνεδρίαση είχε έλθει η ώρα να πληρώσουν οι Θηβαίοι με το ίδιο νόμισμα τις καταστροφές και τους εξανδραποδισμούς, που είχαν επιβάλει παλαιότερα σε άλλες πόλεις της περιοχής, ακόμη και σε μερικές βοιωτικές (Θεσπιές, Ορχομενός, Πλαταιές) καθώς και το ότι ποτέ δεν συμμερίσθηκαν τις πανελλήνιες επιδιώξεις, ούτε καν κατά την εισβολή των Περσών. Οι αντιπρόσωποι των παθόντων κρατών ζητούσαν εκδίκηση, για όσα είχαν υποστεί, και θύμισαν στους υπόλοιπους ότι οι Θηβαίοι στην εισβολή του Ξέρξη είχαν μηδίσει, ότι ήταν οι μόνοι Έλληνες, που τιμούνταν από τους Πέρσες βασιλείς ως ευεργέτες, και ότι οι πρέσβεις τους είχαν το προνόμιο να κάθονται σε κάθισμα μπροστά στο Μεγάλο Βασιλέα, ενώ όλοι οι άλλοι πρέσβεις υποχρεούνταν να τον προσκυνούν.

Κατά τον Ιουστίνο, «οι Θηβαίοι μετά την ήττα τους υπέστησαν όλες τις τρομακτικές ποινές, που ακολουθούν μία ατιμωτική παράδοση». Η τελική απόφαση προέβλεπε την ισοπέδωση της πόλης, τον εξανδραποδισμό των κατοίκων και τον χαρακτηρισμό των Θηβαίων φυγάδων ως αγωγίμων, ώστε να μην μπορεί κανείς Έλληνας να τους παράσχει καταφύγιο. Επίσης αποφάσισαν να εγκαταστήσουν φρουρά στην πόλη και να μοιραστούν την ύπαιθρο εξαιρώντας τις ιδιοκτησίες των ναών, τέλος δε να ξαναχτίσουν και να τειχίσουν τις Πλαταιές και τον Ορχομενό, τις ανέκαθεν αντιθηβαϊκές πόλεις της Βοιωτίας που είχαν ισοπεδώσει οι Θηβαίοι. Από τον εξανδραποδισμό εξαίρεσαν τους ιερείς, τους συγγενείς του ποιητή Πίνδαρου, όσους εναντιώθηκαν στην εξέγερση και όσους είχαν φιλοξενήσει τον Φίλιππο κατά την ομηρία του εκεί. Όλοι οι υπόλοιποι, περί τις 30.000, πουλήθηκαν ως δούλοι και από την πώληση των ανδραπόδων συγκεντρώθηκαν 440 τάλαντα. Χαρακτηριστικό του μίσους των γειτόνων των Θηβαίων είναι ότι έσυραν δια της βίας έξω από τους ναούς, όσους γέρους και γυναικόπαιδα είχαν καταφύγει εκεί ως ικέτες και συνεπώς είχαν ασυλία.

Καταγράφεται με σαφήνεια ότι η απόφαση για την καταστροφή της Θήβας ελήφθη από συλλογικά όργανα και ότι προς αυτήν την κατεύθυνση πίεζαν όσοι επιζητούσαν να εκδικηθούν τους Θηβαίους. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητήσουμε ότι πράγματι αυτό συνέβη, εντούτοις είναι αυταπόδεικτο ότι την πλήρη ευθύνη για την καταστροφή της Θήβας φέρει ο Αλέξανδρος. Είναι δε αυταπόδεικτο, διότι ήταν γνωστή σε όλους η αλαζονεία των Θηβαίων και η εχθρότητα, που είχαν δημιουργήσει σε πολλούς γείτονές τους. Ο Αλέξανδρος λοιπόν γνώριζε πολύ καλά ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα, αν ζητούσε από τους εχθρούς των Θηβαίων να αποφασίσουν την τύχη των Θηβαίων, και κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αιφνιδιάσθηκε απ’ την απόφαση ή ότι οι σύνεδροι ξέφυγαν από τον πολιτικό του έλεγχο. Όπως είχε διαμορφωθεί η κατάσταση στα νότια της Μακεδονίας, η καταστροφή ενός ισχυρού και απείθαρχου κράτους ήταν ταυτόχρονα η καλύτερη μέθοδος εκφοβισμού όλων των υπολοίπων, που αμφισβητούσαν τη μακεδονική Ηγεμονία της Ελλάδος, αλλά και όσων Μακεδόνων αμφισβητούσαν τη θέση του Αλεξάνδρου στο θρόνο. Έτσι, ο Αλέξανδρος απλώς επέτρεψε να εφαρμοσθούν οι δημοκρατικές διαδικασίες, οι οποίες ήταν εκ των προτέρων γνωστό, που θα κατέληγαν.

Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της καταστροφής άλλων πόλεων παλαιότερα και αυτής των Θηβών ήταν η κατάργηση του κώδικα αλληλοσεβασμού μεταξύ των πρωταγωνιστών στις πολεμικές συγκρούσεις. Μέχρι τότε οι διεκδικητές της κορυφαίας πολιτικής διάκρισης στην Ελλάδα, της Ηγεμονίας, δεν έβλαπταν σοβαρά ο ένας τον άλλο. Ενώ ισοπέδωναν άλλες πόλεις και εξανδραπόδιζαν τους κατοίκους τους, δεν το έπρατταν ο ένας εναντίον του άλλου. Ακόμη και όταν η Θήβα ζητούσε την καταστροφή και τον εξανδραποδισμό της ηττημένης στον Πελοποννησιακό πόλεμο Αθήνας, οι αναδειχθέντες σε Ηγεμόνες της Ελλάδος, Σπαρτιάτες, περιόρισαν την ποινή της Αθήνας στην καταστροφή των τειχών της, την αφαίρεση του στόλου της και την επιβολή τυραννικού πολιτεύματος. Δηλαδή ενώ της αφαίρεσαν την στρατιωτική ισχύ και την έκαναν πολιτικά υποχείριό τους, δεν έβλαψαν τις κοινωνικές και οικονομικές δομές της, προφανώς αναλογιζόμενοι την έκταση των επιδράσεων σε όλη την Ελλάδα. Η καταστροφή αυτών των δομών σε μικρότερες πόλεις λάμβανε χώρα, διότι απλώς δεν είχε πανελλαδική επίδραση. Το νέο στοιχείο, όμως που εισήγε τώρα η καταστροφή της Θήβας, ήταν η εξομοίωση της μοίρας των μεγάλων με εκείνη των μικρών κρατών. Αυτό δεν προξένησε αναστάτωση μόνο μεταξύ των μεγάλων, για τους οποίους αποτελούσε καινούργια ανησυχία, αλλά και μεταξύ των μικρών. Αν ο ισχυρός σύμμαχος και διεκδικητής της Ηγεμονίας, τον οποίο επέλεξαν και υποστήριζαν, απειλούνταν με καταστροφή και εξανδραποδισμό, τι μπορούσαν να ελπίζουν οι ίδιοι; Η διεκδίκηση της Ηγεμονίας από αγώνας επικράτησης μετατρεπόταν πλέον σε αγώνα επιβίωσης. Αυτός ακριβώς ο φόβος της κοινής μοίρας έκανε τους Αθηναίους να ξεχάσουν τις μακρόχρονες εχθρικές σχέσεις τους με τους Θηβαίους (παρά την πρόσφατη και περιστασιακή συμμαχία τους), να αναστείλουν τους εορτασμούς των Μυστηρίων, να περιθάλψουν τους φυγάδες και να προσπαθήσουν να μεταπείσουν τους Μακεδόνες.

Υπήρχε όμως και μία ακόμη σημαντική παράμετρος. Η μοίρα της Θήβας δεν αποφασίσθηκε μόνο από τους Μακεδόνες, αλλά κυρίως από τους συμμάχους τους. Οι διαθέσεις του ενός ελληνικού κράτους προς το άλλο ήταν ανέκαθεν γνωστές, αλλά τώρα ο Ηγεμών της Ελλάδος εμφανιζόταν πρόθυμος να υλοποιήσει κάθε απόφαση των συμμάχων του και όποιο κράτος προσαγόταν προς κρίση κινδύνευε να υποστεί όλα όσα είχε διαπράξει στο παρελθόν. Τα απείθαρχα κράτη διαπίστωσαν με τρόμο ότι τα πολιτικά πράγματα στην Ελλάδα δεν λειτουργούσαν πλέον με τις συνήθεις πολιτικές συναλλαγές και προέβησαν σε σπασμωδικές, σχεδόν κωμικές, ενέργειες.

Οι Αρκάδες ανακάλεσαν τα στρατεύματα, που είχαν στείλει σε ενίσχυση των Θηβαίων και καταδίκασαν σε θάνατο αυτούς, που τους υποκίνησαν. Οι Ηλείοι δέχθηκαν πίσω όσους διέκειντο φιλικά προς τον Αλέξανδρο, και τους οποίους είχαν εξορίσει νωρίτερα. Οι Αιτωλοί έστειλαν πρέσβεις κατά έθνη ζητώντας άφεση αμαρτιών, που παρασύρθηκαν. Οι Αθηναίοι διέκοψαν τις τελετές των Μυστηρίων και άρχισαν να μαζεύουν τις περιουσίες τους από την ύπαιθρο μέσα στα τείχη φοβούμενοι τα χειρότερα. Θυμήθηκαν πως είχαν παραλείψει την απαραίτητη διπλωματική αβρότητα να συγχαρούν τον Αλέξανδρο, που γύρισε σώος και νικητής από τις επιχειρήσεις στη Θράκη και την Ιλλυρία, και του έστειλαν πρέσβεις να τον συγχαρούν για τις νίκες του επί των βαρβάρων και για την τιμωρία της Θήβας. Με τους ίδιους πρέσβεις ο Αλέξανδρος έστειλε στους Αθηναίους επιστολή, με την οποία για τις κακές σχέσεις Αθήνας και Μακεδονίας, τα δεινά που επέβαλαν οι Μακεδόνες στους Αθηναίους μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, αλλά και την καταστροφή της Θήβας, καθιστούσε υπεύθυνη την αντιμακεδονική παράταξη της πόλης. Ζητούσε ακόμη να του εκδώσουν τους σημαντικότερους αντιμακεδόνες ηγέτες μεταξύ αυτών και τους Δημοσθένη, Λυκούργο, Υπερείδη, Πολύευκτο, Χάρητα, Χαρίδημο, Εφιάλτη, Δήμωνα, Καλλισθένη, Διότιμο και Μοιροκλή.

Σε απάντηση του αιτήματος έκδοσης οι Αθηναίοι πολιτικοί επικαλέσθηκαν τις βασικές αρχές του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων, που προέβλεπαν την αυτονομία των κρατών μελών. Με ενέργειες του Δημάδη, ο οποίος φέρεται να ανταμείφθηκε από τον Δημοσθένη με 5 αργυρά τάλαντα για αυτήν την εξυπηρέτηση, ενέκριναν ψήφισμα, το οποίο επέδωσε στον Αλέξανδρο ο ίδιος ο Δημάδης ως πρέσβης. Σ’ αυτό το ψήφισμα οι Αθηναίοι πρακτικά τόνιζαν ότι η πολιτική δράση των πολιτών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας εντός της επικρατείας της και μέσα από τα θεσμοθετημένα όργανά της δεν μπορούσε να αποτελέσει λόγο έκδοσής τους σε άλλα κράτη, όσο ενοχλητική ή επιζήμια κι αν ήταν για τα κράτη αυτά. Οποιαδήποτε δίωξη Αθηναίου πολίτη μπορούσε να ασκηθεί μόνο από αθηναϊκό δικαστήριο με βάση την αθηναϊκή νομοθεσία. Επιπλέον ζήτησαν να τους επιτραπεί να δέχονται Θηβαίους φυγάδες αντίθετα προς την καταδικαστική απόφαση. Ο Αλέξανδρος, επειδή χρειαζόταν αλώβητο και ισχυρό το Κοινό Συνέδριο, αναγνώρισε ότι η άρνηση των Αθηναίων να του εκδώσουν τους ενοχλητικούς πολιτικούς ήταν νομικώς ορθή και παραιτήθηκε από την απαίτησή του. Η εξαίρεση των Αθηναίων από την υποχρέωση έκδοσης των Θηβαίων φυγάδων ήταν επιβεβλημένη πολιτική πράξη. Η Αθήνα είχε ήδη δεχθεί πολλούς Θηβαίους φυγάδες και αν αρνούνταν να τους εκδώσει, ο Αλέξανδρος θα έπρεπε να θέσει την τύχη της Αθήνας στην κρίση των συμμάχων του, όπου οι εχθροί των Αθηναίων αναμφίβολα θα πετύχαιναν μία απόφαση παρόμοια με εκείνη της Θήβας. Το ενδεχόμενο αυτό ήταν εφιαλτικό κι έτσι προτίμησε να χρησιμοποιήσει τα προνόμιά του και να τους απαλλάξει, διέταξε ωστόσο τον Χαρίδημο να εγκαταλείψει την Αθήνα. Φαίνεται πως αυτός ήταν ο πιο επικίνδυνος και όχι ο Δημοσθένης, ο οποίος ήταν εξαιρετικά προβεβλημένος λόγω της ρητορικής του δεινότητας. Ο Χαρίδημος ακολουθώντας την παράδοση των απόβλητων και έκπτωτων Ελλήνων πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών κατέφυγε –πού αλλού;- στην Αυλή του Πέρση βασιλιά και αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους συμβούλους του.

Όταν ρυθμίσθηκαν αυτά τα θέματα, ήταν ήδη Οκτώβριος του 335 και ο Αλέξανδρος επέστρεψε στη Μακεδονία. Έπρεπε να ξεκουράσει τη στρατιά και να ολοκληρώσει τις προετοιμασίες για την εισβολή στην Ασία. Στο διάστημα αυτό έκανε τις τελετές, που είχε καθιερώσει ο προκάτοχός του και μεγάλος μεταρρυθμιστής του μακεδονικού κράτους, ο βασιλιάς Αρχέλαος. Έκανε στο Δίο μεγαλοπρεπείς θυσίες αφιερωμένες στον Ολύμπιο Δία και στις Μούσες και οι τελετές διάρκεσαν 9 ημέρες, μία για κάθε Μούσα. Τίμησε ακόμη τους τοπικούς Ολυμπιακούς Αγώνες στις Αιγές (Βεργίνα), δεξιώθηκε τους πρέσβεις των διαφόρων ελληνικών κρατών σε ειδική σκηνή χωρητικότητας 100 ανακλίντρων και τέλος συσκέφθηκε με τους επιτελείς του για την εισβολή στην Ασία.

Κατά την προετοιμασία της ασιατικής εκστρατείας ο Αλέξανδρος άρχισε να εγγράφει στα ονόματα των εταίρων αγροτικές εκτάσεις και προσόδους από χωριά συνοικίες ή λιμάνια. Όταν είχε μεταβιβάσει σχεδόν όλες τις προσωπικές του προσόδους, ο Περδίκκας τον ρώτησε τι κράτησε για τον εαυτό του και πήρε την απάντηση «τις ελπίδες». Ο Περδίκκας τότε είπε ότι ήθελε να μοιραστεί μαζί του τις ίδιες ελπίδες και παραιτήθηκε από τη δωρεά. Ελπίδα του Αλεξάνδρου ήταν να γίνει Μέγας Βασιλεύς και αυτήν ακριβώς την ελπίδα θέλησε να μοιραστεί ο Περδίκκας μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, οπότε αποπειράθηκε να καταλάβει το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως. Είναι βέβαια πιθανό να μην είναι πραγματικός ο παραπάνω διάλογος, αλλά οι μεταβιβάσεις των βασιλικών γαιών και προσόδων στους εταίρους φαίνεται να είναι πραγματικές.

Όταν ο Αλέξανδρος άρχιζε την ασιατική εκστρατεία, κατά τον Αριστόβουλο δεν είχε περισσότερα από 70 τάλαντα για την τροφοδοσία της στρατιάς, κατά τον Ονησίκριτο υπήρχε ήδη κρατικό χρέος 200 ταλάντων και κατά τον Δούρι τα κρατικά διαθέσιμα επαρκούσαν για την αγορά τροφίμων μόνο για 30 ημέρες. Αν και αντικρουόμενες, αυτές οι πληροφορίες δείχνουν καθαρά, ότι η οικονομική κατάσταση καθιστούσε τη Μακεδονική Ηγεμονία εξαιρετικά επισφαλή και το εγχείρημα του Αλεξάνδρου πολύ παρακινδυνευμένο. Ο Φίλιππος είχε εξασφαλίσει τον μακεδονικό έλεγχο στο σύνολο σχεδόν των μεταλλείων της Θράκης και είχε συγκεντρώσει τεράστιο πλούτο από τη λεηλασία των κατακτημένων πόλεων και την πώληση λαφύρων και ανδραπόδων, ενώ παράλληλα είχε αποκτήσει τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της ενδοχώρας τους. Όμως μέχρι τις ημέρες του Αλεξάνδρου όλοι αυτοί οι πόροι αναλωθεί υπέρ της Ηγεμονίας.

Όπως προκύπτει από αιγυπτιακές πηγές, ο Δαρείος υπέταξε την Αίγυπτο κάποια στιγμή πριν την 14η Ιανουαρίου του 334. Σαν να μην έφτανε λοιπόν η απελπιστική οικονομική κατάσταση της Μακεδονίας, ολόκληρη η πολεμική μηχανή της αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας μπορούσε πλέον να ασχοληθεί με τη σχεδιαζόμενη εκδίκηση των Ελλήνων. Το 342 ο Αρταξέρξης είχε υποτάξει και πάλι την Αίγυπτο και ο Φίλιππος ενώ δεν βρισκόταν σε τόσο δυσχερή θέση όσο ο Αλέξανδρος τώρα, είχε υποχρεωθεί να αναστείλει τα επιθετικά σχέδια και να ζητήσει από τον Μεγάλο Βασιλέα συνθήκη ειρήνης. Το ίδιο συμβούλευσαν τον Αλέξανδρο ο Αντίπατρος και ο Παρμενίων, προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι πρώτα έπρεπε να αποκτήσει διάδοχο και μετά να επιτεθεί.

Συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω, προκύπτει ότι τις ανησυχίες των δύο κορυφαίων επιτελών για τις πιθανότητες νίκης συμμερίζονταν και πολλοί άλλοι εταίροι. Απ’ τη μια μεριά τόσοι πολλοί ήταν οι σκεπτικιστές και τόσο σοβαρές οι ανησυχίες τους και απ’ την άλλη πλευρά τόσο σφοδρή η επιθυμία του Αλεξάνδρου να γίνει Μέγας Βασιλεύς, Βασιλεύς Βασιλέων και Βασιλεύς της Ασίας, ώστε χρειάσθηκε να τους δωροδοκήσει με το σύνολο σχεδόν της προσωπικής του περιουσίας, για να τους μεταπείσει. Αυτή ήταν η πρώτη δωροδοκία του Αλεξάνδρου προς τους εταίρους, προκειμένου να εξασφαλίσει την υποστήριξή τους. Στη συνέχεια με τους πόρους του περσικού κράτους θα μπορούσε να εξαγοράζει ευκολότερα την υποστήριξή τους στις επιδιώξεις του, τις οποίες όσο βαθύτερα προέλαυνε τόσο λιγότεροι συμμερίζονταν.
 ·  Translate
1
Add a comment...
Story
Tagline
“The nitrogen in our DNA, the calcium in our teeth, the iron in our blood, the carbon in our apple pies were made in the interiors of collapsing stars. We are made of starstuff.” ― Carl Sagan, Cosmos!!!!!!!!!«Το άζωτο στο DNA μας, το ασβέστιο στα δόντια μας, ο σίδηρος στο αίμα μας, ο άνθρακας, έγιναν στο εσωτερικό της κατάρρευσης αστέρων. Είμαστε φτιαγμένοι από υλικο αστεριων " - Carl Sagan, Cosmos!!!!
Introduction
   We live in a society absolutelydependent on science and technology, in which hardly anyone knows anything about science and technology....  
Basic Information
Gender
Male
Relationship
Single
Other names
Nobody
odysseas odysseas's +1's are the things they like, agree with, or want to recommend.
Βίντεο Με Ανθρώπους Να Εξερευνούν Άλλους Πλανήτες - Blue Dot
www.bluedot.gr

Αυτό το βίντεο κάνει τον γύρο των ίντερνετς τις τελευταίς μέρες, και αν αγαπητέ αναγνώστη δεν το είδες ήδη, να η ευκαιρία να το κάνεις. Είσα

Όλη Η Ιστορία Του Σύμπαντος, Της Γης Και Των Ανθρώπων, Σε 12 Μήνες - Blu...
www.bluedot.gr

Αυτό είναι το Cosmic Calendar. Την ιδέα την έχεις ξαναδιαβάσει εδώ, στο review του Cosmos. Ή, ακόμα καλύτερα, στην έχουν περιγράψει ο Καρλ Σ

Ο Χόκινγκ ρίχνει στο τραπέζι μια νέα επαναστατική θεωρία για τις "μαύρες...
gr.omg.yahoo.com

Διαβάστε 'Ο Χόκινγκ ρίχνει στο τραπέζι μια νέα επαναστατική θεωρία για τις "μαύρες τρύπες"' στο Yahoo OMG Ελλάδας.

Mysterious radio bursts come from outside our galaxy
arstechnica.com

A huge surge of power in just a few milliseconds and then, nothing.

Possible explanation for radio bursts: Meet the “blitzar”
arstechnica.com

When an overweight neutron star slows down enough to collapse into a black hole.

Τα τελευταία πλάσματα στη Γη θα είναι... τα μικρόβια
www.newsbeast.gr

Σε ένα αποκαλυπτικό τοπίο θα έχει μετατραπεί ο πλανήτης μας σε 2 δισ. χρόνια από σήμερα, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη......

Theorists apply loop quantum gravity theory to black hole
phys.org

(Phys.org) —Physicists Rodolfo Gambini and Jorge Pullin of University of the Republic in Montevideo, Uruguay, and Louisiana State University

Study explains decades of black hole observations
phys.org

(Phys.org) —A new study by astronomers at NASA, Johns Hopkins University and Rochester Institute of Technology confirms long-held suspicions

SETI Institute
plus.google.com

SETI search, Astrobiology research, Education outreach

The Mars Initiative
plus.google.com

Our Mission: To build permanent human settlements on Mars and to make us a a multiplanetary species

'Sideline quasars' helped to stifle early galaxy formation
phys.org

University of Colorado Boulder astronomers targeting one of the brightest quasars glowing in the universe some 11 billion years ago say 'sid

Black hole-star pair orbiting at dizzying speed (w/ video)
phys.org

(Phys.org) —ESA's XMM-Newton space telescope has helped to identify a star and a black hole that orbit each other at the dizzying rate of on

NASA .
plus.google.com

To reach for new heights and reveal the unknown so that what we do and learn will benefit all humankind.

Mars Panorama - Curiosity rover: Martian solar day 2
www.360cities.net

360° panoramic photography by Andrew Bodrov. Visit us to see more amazing panoramas from New Mexico and thousands of other places in the wor

CERN
plus.google.com

Exploring the frontiers of knowledge

Ο θαυμαστός κόσμος του Higgs - Δημήτρης Νανόπουλος - ΜΕΡΟΣ B
vimeo.com

Ο θαυμαστός κόσμος του Higgs 20 Μαρτίου 2012 19:00 Μικρή Σκηνή «Χαρακτηριστικό της ύλης από την οποία ΟΛΑ είναι παράγωγα, είναι η μάζα. Όλα

| ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ - ♫ ♫ ΕΧΩ ΕΝΑΝ ΚΑΦΕΝΕ
shelby.tv

Shared by Xristina Tallari (Sep 29): Έχω ένα καφενέ στου λιμανιού την άκρη τον έχτισε το δάκρυ αυτών που μένουνε και περιμένουνε

Οι Ρώσοι στέλνουν ελκυστήρα βαρύτητας στον αστεροειδή Apophis
www.newsbomb.gr

Η ανθρωπότητα απειλείται από τον αστεροειδή Apophis ο οποίος την Παρασκευή, 13 Απριλίου του 2029 στις 04.36 το πρωί, ώρα Γκρίνουιτς, θα βρεθ

Απεικόνιση της πιο μακρινής θέας του σύμπαντος
physicsgg.wordpress.com

Ενώνοντας περισσότερες από 2.000 εικόνες από το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble http://youtu.be/d8jxzefJIls Την πιο μακρινή θέα του νυχτερινού